
Η σταθερότητα είναι σοβαρό πράγμα. Δεν είναι όμως ιδιοκτησία κανενός κόμματος. Και κυρίως δεν μπορεί να μετατραπεί σε λευκή επιταγή προς οποιαδήποτε κυβέρνηση, όσο δύσκολος κι αν είναι ο κόσμος γύρω μας.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο ουσιαστικό πολιτικό συμπέρασμα της 90ής ΔΕΘ. Όχι αν ένα επίδομα είναι 400 ή 500 ευρώ. Όχι αν ένα μέτρο θα ξεκινήσει τον Ιανουάριο ή τον Απρίλιο. Αυτά έχουν σημασία και το M24 τα έχει ήδη καταγράψει αναλυτικά. Το μεγάλο ερώτημα είναι άλλο: με ποιο κριτήριο θα ζητήσει κάθε πολιτική δύναμη την ψήφο των Ελλήνων το 2027;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε τη δική του απάντηση. Στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ υποστήριξε ότι η χώρα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση, ότι οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να παίρνουν ταχύτερα αποφάσεις και ότι η αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί τον πολιτικό στόχο με τον οποίο θα πάει στις εκλογές. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2027.
Είναι θεμιτό επιχείρημα. Είναι θεμιτός και ο στόχος της αυτοδυναμίας.
Αλλά δεν είναι το τέλος της συζήτησης. Είναι η αρχή της.
Η σταθερότητα είναι μέσο – όχι πολιτικό μετάλλιο
Έζησα, όπως όλοι οι Έλληνες της γενιάς μου, μια χώρα που πλήρωσε πανάκριβα την αστάθεια, τον λαϊκισμό, τα εύκολα δανεικά, τις υποσχέσεις χωρίς λογαριασμό και την ψευδαίσθηση ότι τα δημόσια οικονομικά δεν έχουν όρια.
Γι’ αυτό δεν υποτιμώ ούτε τη δημοσιονομική σταθερότητα ούτε την πολιτική προβλεψιμότητα. Θα ήταν ανεύθυνο.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να ξαναπαίξει με τη χρεοκοπία, να ξαναμπεί σε έναν κύκλο αβεβαιότητας ή να αντιμετωπίζει κάθε εκλογική αναμέτρηση σαν πείραμα χωρίς σχέδιο. Η σημερινή διεθνής πραγματικότητα – από τις γεωπολιτικές εντάσεις μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, την ενέργεια, το μεταναστευτικό και την κλιματική κρίση – απαιτεί κράτος που να μπορεί να αποφασίζει και να εκτελεί.
Όμως εδώ χρειάζεται μια καθαρή διάκριση:
άλλο η σταθερότητα της χώρας και άλλο η μονιμότητα μιας κυβέρνησης.
Η πρώτη είναι εθνική ανάγκη. Η δεύτερη κρίνεται στις κάλπες.
Καμία παράταξη δεν μπορεί να ταυτίζει τον εαυτό της με την ομαλότητα του πολιτεύματος. Η Δημοκρατία είναι σταθερή όταν οι θεσμοί λειτουργούν, όταν η οικονομία αντέχει, όταν υπάρχει εμπιστοσύνη, όταν οι κυβερνήσεις αλλάζουν χωρίς να κινδυνεύει η χώρα και όταν ο πολίτης ξέρει ότι η ψήφος του δεν αποτελεί απειλή για το μέλλον.
Η κυβέρνηση δικαιούται να ζητήσει πίστωση – αλλά οφείλει λογαριασμό
Η κυβέρνηση έχει πράγματα να βάλει στο τραπέζι. Δεν χρειάζεται να τα μηδενίζουμε επειδή διαφωνούμε πολιτικά.
Υπάρχει ψηφιοποίηση υπηρεσιών. Υπάρχει αποκλιμάκωση της ανεργίας σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Υπάρχει δημοσιονομική πειθαρχία. Υπάρχουν επενδύσεις, έργα, κινήσεις στην άμυνα και προσπάθεια να επιστρέψει η παραγωγή στο κέντρο της οικονομικής συζήτησης — ένα ζήτημα που έχω ήδη αναλύσει στο M24 στο άρθρο «Η Ελλάδα που παράγει ξανά».
Στη φετινή ΔΕΘ ο πρωθυπουργός παρουσίασε πρόγραμμα που, σύμφωνα με την επίσημη ομιλία του, έχει κόστος 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 και ανεβαίνει στα 3,5 δισ. έως το 2030. Στη συνέντευξη Τύπου επέμεινε ότι το πακέτο κινείται εντός των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών ορίων και αναγνώρισε ότι η ακρίβεια παραμένει το πρώτο πρόβλημα για πολλά νοικοκυριά.
Αυτά είναι γεγονότα.
Το πολιτικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν υπάρχουν ανακοινώσεις. Είναι τι αλλάζει πραγματικά στη ζωή του πολίτη.
Γιατί στο τέλος ο εργαζόμενος δεν πληρώνει το ενοίκιο με ποσοστά ανάπτυξης. Ο συνταξιούχος δεν ψωνίζει με διαγράμματα. Η οικογένεια που σκέφτεται δεύτερο παιδί δεν αποφασίζει με βάση μια παρουσίαση PowerPoint. Ο επαγγελματίας δεν μετρά μόνο πόσες μεταρρυθμίσεις ψηφίστηκαν, αλλά πόσο χρόνο χάνει ακόμη στη γραφειοκρατία και πόσα χρήματα του μένουν στο τέλος του μήνα.
Γι’ αυτό και το M24 έχει ήδη θέσει ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα στο «Ελλάδα 2035: Θα είναι χώρα για να ζεις ή μόνο για να την επισκέπτεσαι;». Η ανάπτυξη είναι πραγματική μόνο όταν μεταφράζεται σε ζωή που μπορείς να αντέξεις.
Το «ή εμείς ή αβεβαιότητα» δεν αρκεί
Καταλαβαίνω την κυβερνητική στρατηγική. Όταν η αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη, όταν δεν υπάρχει προφανής κυβερνητικός συνασπισμός και όταν οι διεθνείς συνθήκες είναι επικίνδυνες, είναι λογικό ο πρωθυπουργός να προβάλλει την εμπειρία και τη συνέχεια ως πλεονέκτημα.
Αλλά εδώ βρίσκεται και ο κίνδυνος.
Μια κυβέρνηση που βρίσκεται πολλά χρόνια στην εξουσία δεν μπορεί να ζητά να κριθεί κυρίως από το τι φοβάται ότι μπορεί να συμβεί αν φύγει.
Πρέπει να κριθεί πρωτίστως από το τι συνέβη όσο κυβερνούσε.
Αυτό είναι το δημοκρατικό συμβόλαιο.
Πόσο βελτιώθηκαν οι μισθοί σε πραγματικούς όρους; Πόσο περιορίστηκε η ακρίβεια; Πόσο πιο προσιτή έγινε η στέγη; Πόσο ασφαλής νιώθει ο πολίτης στο νοσοκομείο, στον δρόμο, στο τρένο, απέναντι σε μια φυσική καταστροφή; Πόσο γρήγορη και δίκαιη είναι η Δικαιοσύνη; Πόσο λειτουργικό είναι το κράτος όταν σβήσουν οι κάμερες;
Αυτά είναι τα ερωτήματα μιας ώριμης χώρας.
Όχι «ποιος μας φοβίζει περισσότερο».
Αλλά και η αντιπολίτευση οφείλει να ενηλικιωθεί πολιτικά
Θα ήταν πολύ εύκολο να τελειώσει εδώ το άρθρο και να μετατραπεί σε μονομερή επίθεση στην κυβέρνηση.
Δεν θα το κάνω.
Γιατί υπάρχει και μια δεύτερη αλήθεια που συχνά αποφεύγεται: η κυβέρνηση δεν είναι υποχρεωμένη να δημιουργήσει μόνη της τον αντίπαλό της.
Αν τα κόμματα της αντιπολίτευσης θεωρούν ότι η αυτοδυναμία δεν είναι η σωστή λύση, τότε έχουν υποχρέωση να εξηγήσουν ποια είναι η δική τους.
Όχι γενικά. Όχι με συνθήματα. Όχι με το «να φύγει ο Μητσοτάκης» ως πλήρες κυβερνητικό πρόγραμμα.
Με αριθμούς.
Με πρόσωπα.
Με πλειοψηφίες.
Με συγκεκριμένη απάντηση για το ποιος μπορεί να κυβερνήσει, με ποιους, πάνω σε ποιο πρόγραμμα και με ποιες κόκκινες γραμμές.
Η πολυκομματική Δημοκρατία δεν είναι πρόβλημα. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας δεν είναι από τη φύση τους ούτε αδύναμες ούτε ισχυρές. Κρίνονται από τη συμφωνία που τις στηρίζει, την ποιότητα των προσώπων και την ικανότητά τους να αποφασίζουν.
Όμως μια «εναλλακτική» που δεν μπορεί να περιγράψει την επόμενη μέρα δεν είναι ακόμη εναλλακτική διακυβέρνησης. Είναι διαμαρτυρία.
Και η Ελλάδα του 2027 θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από διαμαρτυρία.
Ο πολίτης δεν χρωστά λευκή επιταγή σε κανέναν
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο, για μένα, συναντώνται και οι δύο πλευρές.
Η κυβέρνηση δεν δικαιούται λευκή επιταγή επειδή επικαλείται τη σταθερότητα.
Η αντιπολίτευση δεν δικαιούται λευκή επιταγή επειδή επικαλείται τη φθορά της κυβέρνησης.
Ο πολίτης δεν χρωστά τίποτα σε κανέναν.
Τα κόμματα χρωστούν στον πολίτη.
Χρωστούν σχέδιο.
Χρωστούν αλήθεια.
Χρωστούν κοστολόγηση.
Χρωστούν αυτοκριτική.
Χρωστούν εξήγηση για το πώς η Ελλάδα του 2027 θα γίνει καλύτερη από την Ελλάδα του 2026.
Και αυτή η απαίτηση είναι ακόμη πιο έντονη απέναντι στους νέους, ένα κομμάτι της κοινωνίας που έχει απομακρυνθεί από την παραδοσιακή πολιτική συμμετοχή. Στο M24 έχω γράψει ήδη για τη «Βουβή Γενιά» και την πολιτική αποχή των νέων. Αν θέλουμε αυτοί οι άνθρωποι να επιστρέψουν στην κάλπη με εμπιστοσύνη, πρέπει να τους δώσουμε κάτι πιο σοβαρό από φόβο και θυμό.
Πέντε λογαριασμοί πριν από την κάλπη
Αν ήταν στο χέρι μου να αφαιρέσω όλο τον πολιτικό θόρυβο μέχρι τις εκλογές, θα κρατούσα μόνο πέντε ερωτήσεις:
- Εισόδημα: ζει καλύτερα ο εργαζόμενος ή απλώς αμείβεται με περισσότερα ευρώ που αγοράζουν λιγότερα;
- Στέγη: μπορεί ένας νέος άνθρωπος να φύγει από το πατρικό του χωρίς να παραδώσει τον μισό μισθό του στο ενοίκιο;
- Κράτος: λειτουργούν οι θεσμοί, η Δικαιοσύνη, οι μεταφορές, η Πολιτική Προστασία και η δημόσια διοίκηση όταν πραγματικά δοκιμάζονται;
- Υγεία και παιδεία: αισθάνεται ο πολίτης ότι οι βασικές δημόσιες υπηρεσίες βελτιώνονται στην πράξη και όχι μόνο στους δείκτες;
- Επόμενη μέρα: ποιος έχει εφαρμόσιμο σχέδιο διακυβέρνησης, όχι μόνο επιθυμία να κερδίσει;
Αν μια κυβέρνηση μπορεί να απαντήσει πειστικά σε αυτά, έχει ισχυρό λόγο να ζητήσει ανανέωση της εντολής της.
Αν μια αντιπολίτευση μπορεί να δώσει καλύτερες απαντήσεις, έχει ισχυρό λόγο να ζητήσει την αλλαγή.
Αυτό θα έπρεπε να είναι το πραγματικό εκλογικό γήπεδο.
Η αυτοδυναμία μπορεί να είναι στόχος – όχι τεκμήριο ανωτερότητας
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει αυτοδυναμία. Και οι πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα να του τη δώσουν.
Έχουν όμως εξίσου δικαίωμα να μην τη δώσουν.
Η κάλπη δεν οφείλει να επιβεβαιώσει τη στρατηγική κανενός κόμματος. Η κάλπη παράγει τον συσχετισμό που επιλέγει η κοινωνία και από εκεί ξεκινά η ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων.
Αν οι πολίτες ζητήσουν μονοκομματική κυβέρνηση, αυτή πρέπει να κυβερνήσει.
Αν ζητήσουν συνεργασίες, τα κόμματα θα πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να συνεργαστούν.
Αν τιμωρήσουν όλους, τότε όλοι θα πρέπει να αναρωτηθούν γιατί.
Αυτό δεν είναι αστάθεια.
Αυτό είναι Δημοκρατία.
Η δική μου θέση
Δεν θέλω μια Ελλάδα που φοβάται κάθε αλλαγή.
Δεν θέλω όμως και μια Ελλάδα που αλλάζει πορεία κάθε τέσσερα χρόνια επειδή κάποιος φώναξε πιο δυνατά.
Θέλω μια χώρα με σταθερούς θεσμούς και κυβερνήσεις που ξέρουν ότι είναι προσωρινές.
Με οικονομία που δεν παίζει στα ζάρια και κοινωνία που δεν μένει πίσω.
Με πολιτικούς που δεν αντιμετωπίζουν τη μνήμη του 2015 ως μόνιμο εκλογικό όπλο, αλλά ούτε και ξεχνούν πόσο ακριβά πληρώσαμε τα εύκολα ψέματα.
Με αντιπολίτευση που δεν αρκείται να περιμένει τη φθορά του αντιπάλου, αλλά προετοιμάζεται να κυβερνήσει.
Και με κυβέρνηση που δεν ζητά να παραμείνει επειδή η άλλη επιλογή μπορεί να είναι χειρότερη, αλλά επειδή η ίδια απέδειξε ότι μπορεί να γίνει καλύτερη.
Η μεγάλη μάχη των προγραμμάτων και των μέτρων έχει ήδη αρχίσει. Τώρα πρέπει να αρχίσει και η πιο δύσκολη μάχη: η μάχη της αξιοπιστίας.
Η Ελλάδα χρειάζεται σταθερότητα. Αλλά η σταθερότητα δεν είναι λευκή επιταγή.
Είναι αποτέλεσμα εμπιστοσύνης.
Και η εμπιστοσύνη δεν απαιτείται.
Κερδίζεται.
Ιδρυτής · Αρχισυντάκτης M24