Ελληνικό σούπερ μάρκετ με τιμές σε ευρώ – ακρίβεια και κόστος ζωής


Η ΔΕΘ 2026 τελείωσε. Οι αριθμοί ειπώθηκαν, τα μέτρα κοστολογήθηκαν, οι πίνακες γέμισαν ποσά, ποσοστά και ημερομηνίες. Από εδώ και πέρα, όμως, αρχίζει το μόνο τεστ που πραγματικά με ενδιαφέρει: αν στο τέλος του μήνα ο πολίτης θα έχει περισσότερα χρήματα στην τσέπη του ή απλώς περισσότερους αριθμούς να θυμάται.

Δεν υποτιμώ τις εξαγγελίες. Δεν θεωρώ αδιάφορη τη μείωση φόρων, την αύξηση μισθών, τις παρεμβάσεις στις συντάξεις ή τον στόχο να πέσει η τιμή του ρεύματος. Ούτε θα μπω στη βολική λογική ότι «όλα είναι μαύρα» επειδή αυτό χαϊδεύει τα αυτιά μιας μερίδας του κοινού.

Η Ελλάδα έχει βελτιώσει πραγματικούς δείκτες. Η οικονομία αναπτύσσεται. Η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Το δημόσιο χρέος αποκλιμακώνεται. Η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση. Αυτά δεν είναι προπαγάνδα. Είναι δεδομένα.

Όμως υπάρχει και μία δεύτερη Ελλάδα. Αυτή που δεν ζει μέσα στον πίνακα του ΑΕΠ.

Ζει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Στο ενοίκιο. Στον λογαριασμό του ρεύματος. Στην κάρτα του βενζινάδικου. Στο φροντιστήριο. Στην προσπάθεια να μείνει κάτι στην άκρη πριν τελειώσει ο μήνας.

Και αυτή η Ελλάδα δεν ζητά άλλον έναν εντυπωσιακό αριθμό.

Του Γιώργου Ακρίτα
Ιδρυτή · Αρχισυντάκτη M24

Ζητά να βγαίνει ο μήνας.

Η κυβέρνηση έχει δίκιο σε ένα πράγμα: οι αριθμοί της χώρας έχουν σημασία

Δεν υπάρχει σοβαρή κοινωνική πολιτική πάνω σε διαλυμένα δημόσια οικονομικά. Το μάθαμε με τον χειρότερο τρόπο.

Μία χώρα που δεν μπορεί να δανειστεί, που δεν έχει δημοσιονομικό χώρο και που χάνει τον έλεγχο των εσόδων της δεν μπορεί να υποσχεθεί με αξιοπιστία ούτε μισθούς, ούτε συντάξεις, ούτε δημόσια υγεία, ούτε επενδύσεις.

Άρα ναι: η ανάπτυξη, το πρωτογενές αποτέλεσμα, η μείωση του χρέους και η πιστοληπτική αξιοπιστία έχουν σημασία.

Το λάθος αρχίζει όταν πιστεύουμε ότι επειδή βελτιώθηκαν οι δείκτες, βελτιώθηκε αυτομάτως και η ζωή όλων.

Δεν λειτουργεί έτσι η οικονομία.

Μπορεί το ΑΕΠ να ανεβαίνει και ο εργαζόμενος να πιέζεται περισσότερο από το ενοίκιο. Μπορεί ο κατώτατος μισθός να αυξάνεται και το καλάθι του σούπερ μάρκετ να τρώει μέρος της αύξησης. Μπορεί το κράτος να εισπράττει περισσότερα και η μικρή επιχείρηση να εξακολουθεί να νιώθει ότι κάθε μήνας είναι μία καινούργια δοκιμασία ρευστότητας.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι από τη ΔΕΘ και μετά πρέπει να σταματήσουμε να συζητάμε μόνο για το αν «η οικονομία πηγαίνει καλά».

Το σωστό ερώτημα είναι:

Πηγαίνει καλύτερα η ζωή του ανθρώπου που πληρώνει αυτή την οικονομία;

Τα μέτρα έχουν αξία – αλλά μόνο αν φτάσουν μέχρι το ταμείο

Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα πολυετές πακέτο με φορολογικές μειώσεις, αυξήσεις εισοδημάτων, ενισχύσεις για συνταξιούχους, δημόσιους υπαλλήλους, αγρότες, οικογένειες και επαγγελματίες. Παράλληλα έβαλε στόχο για σταδιακή μείωση 30% στη λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας την περίοδο 2027–2029.

Αυτά είναι συγκεκριμένα και μετρήσιμα.

Το M24 έχει ήδη καταγράψει αναλυτικά ποιοι κερδίζουν από το πακέτο της ΔΕΘ σε φόρους, τεκμήρια, συντάξεις, οικογένειες και ρεύμα.

Αλλά εγώ, σε αυτό το κείμενο, θέλω να βάλω άλλο κριτήριο.

Ας υποθέσουμε ότι ένας εργαζόμενος παίρνει 80 ευρώ περισσότερα τον μήνα.

Αν την ίδια περίοδο το ενοίκιο ανέβει 50 ευρώ, το ρεύμα 20 και το κόστος τροφίμων άλλα 20, τότε ο αριθμός του μισθού βελτιώθηκε αλλά η ζωή του όχι.

Αυτή είναι η παγίδα που η πολιτική συχνά αρνείται να δει: ο πολίτης δεν ψηφίζει τον μικτό μισθό. Ζει με το καθαρό υπόλοιπο.

Τα 1.000 ευρώ δεν έχουν σημασία αν δεν ξέρουμε τι αγοράζουν

Στη φετινή πολιτική συζήτηση τα 1.000 ευρώ έγιναν σχεδόν σύμβολο.

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση έβαλαν στο τραπέζι μισθολογικούς στόχους και διαφορετικούς τρόπους ενίσχυσης του εισοδήματος. Το M24 έχει ήδη αναλύσει τη «μάχη των 1.000 ευρώ» και τη σύγκρουση για μισθούς, φόρους και ρεύμα.

Εγώ θα το πω πιο απλά.

Δεν με ενδιαφέρει μόνο αν ο μισθός γίνει 1.000 ευρώ.

Με ενδιαφέρει αν με αυτά τα 1.000 ευρώ ο άνθρωπος μπορεί:

  • να πληρώσει αξιοπρεπές σπίτι,
  • να γεμίσει το ψυγείο χωρίς να κάνει λογιστική μπροστά στο ράφι,
  • να πληρώσει ρεύμα και καύσιμα,
  • να καλύψει ένα απρόβλεπτο έξοδο,
  • να βγει μία φορά με την οικογένειά του,
  • και –το σημαντικότερο– να του μείνει κάτι.

Εάν δεν μένει τίποτα, τότε δεν μιλάμε για πραγματική άνοδο βιοτικού επιπέδου. Μιλάμε για μεγαλύτερους αριθμούς που τρέχουν πίσω από μεγαλύτερες τιμές.

Το στεγαστικό είναι η μεγάλη τρύπα που καταπίνει την πρόοδο

Κατά τη γνώμη μου, εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα της επόμενης τετραετίας.

Μπορείς να μειώσεις φόρο. Μπορείς να αυξήσεις τον κατώτατο. Μπορείς να δώσεις επίδομα. Αν όμως το ενοίκιο απορροφά 40% ή 50% του καθαρού εισοδήματος, μεγάλο μέρος της ενίσχυσης εξαφανίζεται πριν ακόμη ο πολίτης φτάσει στο σούπερ μάρκετ.

Το Reuters έχει καταγράψει ότι τα ενοίκια στην Αθήνα έχουν αυξηθεί πάνω από 50% από το 2019, ενώ οι μέσοι μισθοί στο ίδιο διάστημα αυξήθηκαν σημαντικά λιγότερο.

Αυτό δεν είναι μία «λεπτομέρεια» της ανάπτυξης.

Είναι η καρδιά του προβλήματος.

Στο «Ελλάδα 2035: Θα είναι χώρα για να ζεις ή μόνο για να την επισκέπτεσαι;» είχα γράψει ότι μία χώρα μπορεί να είναι εξαιρετική για τον τουρίστα και ταυτόχρονα όλο και δυσκολότερη για τον μόνιμο κάτοικό της.

Εξακολουθώ να το πιστεύω.

Και αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για δημογραφικό, για νέους ανθρώπους που θα μείνουν στην Ελλάδα και για οικογένειες που θα κάνουν παιδιά, το σπίτι προηγείται σχεδόν όλων των υπόλοιπων συζητήσεων.

Η ακρίβεια δεν είναι σύνθημα – είναι διάβρωση εμπιστοσύνης

Η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η ακρίβεια παραμένει το πρώτο πρόβλημα της κοινωνίας. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης το παραδέχθηκε στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ, λέγοντας ότι κανένα πρόγραμμα στήριξης δεν μπορεί από μόνο του να εξαφανίσει το πρόβλημα.

Είναι σωστή παραδοχή.

Αλλά από εκεί και πέρα υπάρχει μία πολιτική πραγματικότητα: όταν ο πολίτης ακούει επί τρία ή τέσσερα χρόνια ότι «έρχεται αποκλιμάκωση» και στο δικό του καλάθι δεν τη βλέπει όσο έντονα περιμένει, αρχίζει να χάνει εμπιστοσύνη όχι μόνο στην κυβέρνηση αλλά και στους ίδιους τους οικονομικούς δείκτες.

Ακούει ότι ο πληθωρισμός έπεσε και λέει: «Τότε γιατί εγώ πληρώνω ακόμα τόσο ακριβά;».

Η απάντηση είναι οικονομικά απλή: χαμηλότερος πληθωρισμός σημαίνει συνήθως ότι οι τιμές αυξάνονται πιο αργά, όχι ότι επιστρέφουν εκεί που ήταν.

Πολιτικά όμως αυτή η εξήγηση δεν αρκεί.

Γιατί ο πολίτης δεν ζει τον ρυθμό μεταβολής της τιμής.

Ζει την ίδια την τιμή.

Δεν θέλω αντιπολίτευση που να υπόσχεται απλώς περισσότερα

Εδώ θέλω να είμαι εξίσου καθαρός.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση θα κριθεί αυστηρά για την ακρίβεια δεν σημαίνει ότι η αντιπολίτευση παίρνει αυτόματα συγχωροχάρτι.

Δεν με πείθει μία αντιπολίτευση που απαντά σε κάθε πρόβλημα με έναν μεγαλύτερο αριθμό.

13ος μισθός. 13η σύνταξη. Μικρότερος ΦΠΑ. Περισσότερες επιδοτήσεις. Περισσότερα προγράμματα. Περισσότερα χρήματα.

Ωραία.

Ποιος πληρώνει; Πόσο κοστίζει; Πόσο διαρκεί; Τι επίπτωση έχει στην οικονομία; Τι γίνεται αν έρθει νέα διεθνής ενεργειακή κρίση;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντά κάθε σοβαρό κόμμα.

Το M24 έχει ήδη συγκεντρώσει σε έναν ενιαίο πίνακα τι προτείνουν οι βασικές πολιτικές δυνάμεις μετά τη ΔΕΘ 2026.

Η δική μου θέση είναι ότι ο πολίτης πρέπει να απαιτήσει το ίδιο επίπεδο αυστηρότητας από όλους.

Όχι «ποιος δίνει περισσότερα».

Ποιος μπορεί να τα δώσει χωρίς να τα πάρει πίσω από άλλη πόρτα.

Η χώρα χρειάζεται πέντε μετρήσιμες δεσμεύσεις

Αν ήθελα να μετατρέψω όλη τη φετινή συζήτηση σε πέντε απλά τεστ μέχρι τις εκλογές και μετά από αυτές, θα ήταν τα εξής:

1. Πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα

Όχι μόνο ονομαστικός μισθός. Πόσα χρήματα μένουν μετά από φόρους, ενοίκιο, ενέργεια και βασικά αγαθά.

2. Στέγη

Πόσο μέρος του εισοδήματος χρειάζεται ένα νέο ζευγάρι για ένα αξιοπρεπές σπίτι στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και στις μεγάλες τουριστικές περιοχές.

3. Ρεύμα

Η κυβέρνηση έβαλε στόχο μείωσης 30% μέχρι το 2029. Αυτό είναι εξαιρετικά συγκεκριμένο και επομένως εξαιρετικά εύκολο να ελεγχθεί. Το 2029 θα κοιτάξουμε τον πραγματικό λογαριασμό.

4. Αποταμίευση

Μία χώρα δεν έχει πραγματική μεσαία τάξη αν η πλειονότητα των εργαζομένων δεν μπορεί να βάλει ούτε ένα μικρό ποσό στην άκρη.

5. Προοπτική νέων

Αν ο νέος εργαζόμενος εξακολουθεί να θεωρεί φυσιολογικό ότι για να βρει μισθό, σπίτι και προοπτική πρέπει να φύγει από τη χώρα, τότε οι αριθμοί της ανάπτυξης δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε κοινωνική επιτυχία.

Η κυβέρνηση πρέπει να σταματήσει να φοβάται τη σύγκριση με την καθημερινότητα

Αν η κυβέρνηση πιστεύει πραγματικά ότι οι παρεμβάσεις της θα αποδώσουν, δεν έχει λόγο να φοβάται ένα πολύ αυστηρό ταμείο.

Ας βάλει στόχους.

Πόσο θα πέσει το μέσο βάρος στέγασης.

Πόσο θα αυξηθεί το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.

Πόσο θα μειωθεί ο λογαριασμός ρεύματος.

Πόσοι περισσότεροι νέοι θα μπορούν να ζουν μόνοι τους πριν τα 30.

Πόσα νοικοκυριά θα μπορούν να αποταμιεύουν.

Αυτό θα ήταν μια πραγματική «συμφωνία προόδου».

Όχι μόνο ένα πρόγραμμα με ημερομηνίες.

Ένα συμβόλαιο αποτελέσματος.

Και η κοινωνία πρέπει να σταματήσει να ζητά θαύματα

Υπάρχει όμως και κάτι που σπάνια λέγεται.

Δεν μπορεί μία χώρα να απαιτεί ταυτόχρονα χαμηλότερους φόρους, υψηλότερους μισθούς, μεγαλύτερες συντάξεις, φθηνότερο ρεύμα, δωρεάν υπηρεσίες, περισσότερες επιδοτήσεις και κανέναν δημοσιονομικό περιορισμό.

Δεν γίνεται.

Κάθε πολιτική επιλογή έχει κόστος.

Η ώριμη δημοκρατία δεν είναι εκείνη όπου ο πολιτικός υπόσχεται τα πάντα.

Είναι εκείνη όπου ο πολίτης ζητά να του εξηγήσουν τις επιλογές καθαρά: τι κερδίζουμε, τι πληρώνουμε και τι θυσιάζουμε.

Αυτό θα ήθελα να δω στην προεκλογική περίοδο που έρχεται.

Λιγότερο marketing.

Περισσότερη λογιστική αλήθεια.

Δεν είμαι απαισιόδοξος για την Ελλάδα – είμαι απαιτητικός

Έχω γράψει πολλές φορές ότι θεωρώ πως η χώρα έχει δυνατότητες που δεν είχε πριν από μία δεκαετία.

Υποδομές, ψηφιακό κράτος, τουρισμός, εξαγωγές, επενδύσεις, ενέργεια, γεωπολιτική θέση: υπάρχουν πραγματικά πλεονεκτήματα.

Δεν χρειάζεται να τα μηδενίζουμε για να ασκήσουμε κριτική.

Ακριβώς το αντίθετο.

Επειδή η χώρα έχει βγει από την εποχή όπου πάλευε απλώς να μη χρεοκοπήσει, τώρα έχουμε δικαίωμα να ζητάμε κάτι πολύ περισσότερο:

να μετατραπεί η εθνική πρόοδος σε ατομική ασφάλεια.

Να μπορεί ο εργαζόμενος να σχεδιάσει.

Να μπορεί ο μικρός επαγγελματίας να επενδύσει χωρίς να φοβάται κάθε επόμενο φορολογικό κύκλο.

Να μπορεί ο συνταξιούχος να πληρώσει φάρμακα και λογαριασμούς χωρίς να κόβει από το φαγητό.

Να μπορεί ένα νέο ζευγάρι να κάνει παιδί χωρίς να χρειάζεται πρώτα οικονομικό θαύμα.

Η κάλπη του 2027 θα είναι το ταμείο του μήνα

Πριν από λίγες εβδομάδες έγραψα στο M24 για την «κάλπη πριν από την κάλπη» και την Ελλάδα των δύο ταχυτήτων.

Σήμερα, μετά τη ΔΕΘ, το πιστεύω ακόμη περισσότερο.

Οι εκλογές του 2027 δεν θα κριθούν μόνο από την εικόνα του πρωθυπουργού, την κατάσταση της αντιπολίτευσης, τις δημοσκοπήσεις ή το ποιος θα κερδίσει μία τηλεοπτική αντιπαράθεση.

Θα κριθούν στο ταμείο.

Στο ποσό του ενοικίου.

Στον λογαριασμό του ρεύματος.

Στη σακούλα του σούπερ μάρκετ.

Στο πόσο γρήγορα τελειώνει ο μισθός.

Στο αν ο πολίτης αισθάνεται ότι η χώρα που ακούει πως προοδεύει είναι η ίδια χώρα στην οποία ζει.

Η δική μου θέση

Δεν ζητώ από την κυβέρνηση να λύσει σε έξι μήνες προβλήματα δεκαετιών.

Δεν ζητώ από την αντιπολίτευση να μη διαφωνεί.

Ζητώ κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο δύσκολο.

Να σταματήσουμε να μετράμε την πολιτική από το ύψος της εξαγγελίας και να αρχίσουμε να τη μετράμε από το αποτέλεσμα.

Αν το ρεύμα πέσει, θα το πούμε.

Αν οι μισθοί κερδίσουν πραγματικά τις τιμές, θα το πούμε.

Αν οι φόροι μειωθούν και το όφελος φτάσει στον πολίτη, θα το πούμε.

Αν το στεγαστικό συνεχίσει να πνίγει μία ολόκληρη γενιά, θα το πούμε κι αυτό.

Αυτό πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μου, και ο ρόλος ενός μέσου που θέλει να είναι χρήσιμο και όχι απλώς θορυβώδες.

Η ΔΕΘ τελείωσε.

Τώρα αρχίζει η πραγματική μέτρηση.

Όχι του χειροκροτήματος.

Του μήνα που πρέπει να βγει.

Γιώργος Ακρίτας
Ιδρυτής · Αρχισυντάκτης M24

Πηγές και τεκμηρίωση των πραγματικών στοιχείων