Η κακοποίηση των γυναικών δεν είναι «οικογενειακή υπόθεση». Είναι η πιο σκληρή αποτυχία της κοινωνίας μας
Όσο μια γυναίκα μετρά τη διαδρομή μέχρι την πόρτα, κρύβει το κινητό της, φοβάται να πει «φεύγω» ή αναρωτιέται αν θα την πιστέψουν, δεν έχουμε ισότητα. Έχουμε φόβο πίσω από κλειστές πόρτες. Και ο φόβος αυτός δεν είναι ιδιωτικό ζήτημα. Είναι υπόθεση όλων μας.

Υπάρχουν λέξεις που η κοινωνία προφέρει εύκολα όταν είναι αργά. «Τραγωδία». «Σοκ». «Ασύλληπτο». «Κανείς δεν το περίμενε». Τις ακούμε μετά από μια άγρια επίθεση, μετά από έναν ξυλοδαρμό, μετά από έναν βιασμό, μετά από μια δολοφονία γυναίκας από σύντροφο ή πρώην σύντροφο. Και ύστερα, όταν σβήσουν τα φώτα των τηλεοπτικών συνεργείων, επιστρέφουμε στην κανονικότητα.
Μόνο που για χιλιάδες γυναίκες η «κανονικότητα» είναι ακριβώς το πρόβλημα. Είναι ο έλεγχος. Η απειλή. Η ταπείνωση. Το «πού ήσουν;». Το «σε ποιον μίλησες;». Το «αν φύγεις θα δεις τι θα πάθεις». Είναι το κλειδί του σπιτιού που γίνεται εργαλείο εγκλωβισμού. Είναι ο τραπεζικός λογαριασμός που ελέγχεται. Είναι το κινητό που ψάχνεται. Είναι οι φίλοι που εξαφανίζονται ένας-ένας επειδή «δεν του αρέσουν». Είναι η ζωή που μικραίνει μέχρι να χωρέσει μέσα στον φόβο ενός άλλου ανθρώπου.
Η κακοποίηση δεν αρχίζει πάντα με ένα χτύπημα. Συχνά αρχίζει με την απαίτηση να παραδώσεις λίγο-λίγο την αυτονομία σου. Να εξηγήσεις, να απολογηθείς, να απομονωθείς, να φοβηθείς. Και όταν η κοινωνία αναγνωρίζει τη βία μόνο όταν αφήσει μελανιά, έχει ήδη αργήσει.
Το σωστό ερώτημα είναι: «Τι κάναμε ώστε να μπορεί να φύγει με ασφάλεια και να μείνει ζωντανή;»
Τα στοιχεία δεν επιτρέπουν άλλο το άλλοθι της άγνοιας
Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πρόβλημα. Αλλά αυτό δεν μας απαλλάσσει από την ευθύνη να κοιτάξουμε τι συμβαίνει εδώ.
Η Ελληνική Αστυνομία κατέγραψε σε δημόσια αποτίμηση τον Οκτώβριο του 2025 ότι μέσα στη χρονιά είχαν ήδη αναφερθεί περίπου 20.000 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και είχαν γίνει περίπου 13.000 συλλήψεις. Οι αριθμοί αυτοί αφορούν την ενδοοικογενειακή βία συνολικά — όχι αποκλειστικά γυναίκες — και χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση: η αύξηση των καταγγελιών ή των συλλήψεων μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα μεγαλύτερη ορατότητα, περισσότερη εμπιστοσύνη στις αρχές και εντονότερη αστυνομική ανταπόκριση. Δεν είναι απλώς ένας δείκτης «περισσότερης βίας». Είναι, όμως, ένας αδιαμφισβήτητος δείκτης τεράστιου κοινωνικού φορτίου.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Eurostat αναφέρει ότι περίπου 31% των γυναικών ηλικίας 18–74 ετών έχουν βιώσει σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας και/ή σεξουαλική βία στην ενήλικη ζωή τους. Μεταξύ των γυναικών που είχαν ποτέ σύντροφο, το 32% αναφέρει ότι έχει βιώσει σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βία από σύντροφο όταν συνυπολογίζεται και η ψυχολογική βία.
Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι στατιστικό ντεκόρ. Είναι ζωές. Και πίσω από κάθε καταγεγραμμένο περιστατικό υπάρχουν κι εκείνα που δεν έφτασαν ποτέ σε αστυνομικό τμήμα, σε συμβουλευτικό κέντρο, σε δικηγόρο, σε φίλη, σε συγγενή.
«Γιατί μένει;» — η ερώτηση που αθωώνει τον λάθος άνθρωπο
Από όλες τις φράσεις που ακούγονται μετά από μια αποκάλυψη κακοποίησης, ίσως η πιο άδικη είναι: «Και γιατί δεν έφευγε;»
Γιατί μπορεί να φοβάται ότι η στιγμή της φυγής είναι η πιο επικίνδυνη. Γιατί μπορεί να υπάρχει παιδί. Γιατί μπορεί να μην έχει δικά της χρήματα. Γιατί μπορεί να έχει απομονωθεί από φίλους και οικογένεια. Γιατί μπορεί να δέχεται απειλές. Γιατί μπορεί να πιστεύει ότι κανείς δεν θα την προστατεύσει. Γιατί ο άνθρωπος που την κακοποιεί μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο άνθρωπος από τον οποίο εξαρτάται για στέγη, εισόδημα ή καθημερινή φροντίδα. Γιατί ο φόβος, η εξάρτηση και η χειραγώγηση δεν λειτουργούν σαν μαθηματική εξίσωση.
Το θύμα δεν χρειάζεται ανάκριση από την κοινωνία. Χρειάζεται ασφάλεια, χρόνο, στέγη, εισόδημα, νομική στήριξη και ανθρώπους που θα το πιστέψουν.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η δημόσια πολιτική παύει να είναι θεωρία. Η προστασία δεν μετριέται μόνο σε νόμους και ανακοινώσεις. Μετριέται στο αν μια γυναίκα μπορεί να φύγει από ένα επικίνδυνο σπίτι χωρίς να βρεθεί την επόμενη μέρα χωρίς χρήματα, χωρίς παιδική φροντίδα, χωρίς δικηγόρο, χωρίς ασφαλή στέγη και χωρίς δουλειά.
Η βία δεν είναι μόνο σωματική
Το ισχύον πλαίσιο για την ενδοοικογενειακή βία αναγνωρίζει ότι η κακοποίηση μπορεί να αφορά τη σωματική ακεραιότητα, την προσωπική ελευθερία και την ψυχική υγεία. Η ίδια η ΕΛ.ΑΣ. εξηγεί αναλυτικά τις μορφές της ενδοοικογενειακής βίας και τη διαδικασία αντιμετώπισής της.
Στην πραγματική ζωή, όμως, η βία μπορεί να είναι ένα ολόκληρο σύστημα ελέγχου: οικονομική εξάρτηση, εξευτελισμός, απειλές, σεξουαλικός εξαναγκασμός, παρακολούθηση, απομόνωση, καταστροφή αντικειμένων, έλεγχος της πρόσβασης σε χρήματα, απειλές κατά παιδιών ή κατοικίδιων, ψηφιακή καταδίωξη. Το κοινό τους στοιχείο είναι ένα: η αφαίρεση της ελευθερίας του άλλου.
Δεν πρέπει να περιμένουμε το πρώτο χτύπημα για να μιλήσουμε για βία. Ούτε το τελευταίο για να παραδεχτούμε ότι κάτι πήγε στραβά.
Το κράτος έχει κάνει βήματα. Η πραγματική δοκιμασία είναι αν φτάνουν εγκαίρως στη γυναίκα που κινδυνεύει
Η Ελλάδα διαθέτει πλέον ειδικές αστυνομικές υπηρεσίες και γραφεία αντιμετώπισης ενδοοικογενειακής βίας σε όλη τη χώρα. Η Ελληνική Αστυνομία αναφέρει δίκτυο εξειδικευμένων υπηρεσιών, ενώ το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας αναφέρει 44 Συμβουλευτικά Κέντρα και 20 Ξενώνες Φιλοξενίας.
Αυτά είναι σημαντικά εργαλεία. Αλλά καμία δομή δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αριθμό για κυβερνητική αυτοϊκανοποίηση. Το κριτήριο είναι άλλο: πόσο γρήγορα φτάνει η προστασία εκεί που χρειάζεται; πόσο σωστά αξιολογείται ο κίνδυνος; πόσο εύκολα συνδέεται η αστυνομική παρέμβαση με στέγαση, ιατρική φροντίδα, ψυχολογική υποστήριξη και νομική βοήθεια; πόσο αποτελεσματικά παρακολουθούνται οι υποτροπές και οι παραβιάσεις περιοριστικών μέτρων;
Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλη μία υπηρεσία που θα καταγράφει ότι «έγιναν οι προβλεπόμενες ενέργειες». Χρειάζεται ένα σύστημα που θα λειτουργεί σαν ενιαία αλυσίδα προστασίας — και δεν θα σπάει στο σημείο που μια γυναίκα βρίσκεται πιο εκτεθειμένη.
Δικαιοσύνη που αργεί, προστασία που λήγει
Στις υποθέσεις βίας, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Μια καθυστέρηση μπορεί να σημαίνει ότι ο κακοποιητής εξακολουθεί να γνωρίζει πού βρίσκεται το θύμα, πού εργάζεται, πού πηγαίνουν τα παιδιά σχολείο. Μπορεί να σημαίνει εβδομάδες ή μήνες συνεχούς φόβου.
Χρειαζόμαστε ταχεία εκτίμηση επικινδυνότητας, πραγματική διασύνδεση αστυνομίας, εισαγγελικών αρχών, δικαστηρίων και κοινωνικών υπηρεσιών, προστατευτικά μέτρα που εφαρμόζονται και ελέγχονται, και συνεχή εκπαίδευση όσων έρχονται πρώτοι σε επαφή με το θύμα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας. Τα κράτη-μέλη οφείλουν να την ενσωματώσουν στο εθνικό δίκαιο έως τις 14 Ιουνίου 2027. Η οδηγία δίνει έμφαση όχι μόνο στις ποινές, αλλά και στην προστασία θυμάτων, στην πρόληψη, στην έγκαιρη παρέμβαση, στην εκπαίδευση επαγγελματιών, στον συντονισμό υπηρεσιών και στη συλλογή δεδομένων.
Αυτή ακριβώς είναι η σωστή λογική: η ποινή έρχεται μετά. Η πολιτεία πρέπει να έχει δουλέψει πριν.
Η οικονομική ανεξαρτησία είναι πολιτική ασφάλειας
Μιλάμε συχνά για την κακοποίηση σαν να είναι αποκλειστικά αστυνομικό ή ποινικό ζήτημα. Δεν είναι. Είναι και στεγαστικό ζήτημα. Είναι εργασιακό. Είναι ζήτημα κοινωνικής πρόνοιας. Είναι ζήτημα παιδικής φροντίδας. Είναι ζήτημα πραγματικής οικονομικής ανεξαρτησίας.
Μια γυναίκα που δεν έχει δικό της εισόδημα, που δεν μπορεί να πληρώσει ενοίκιο, που δεν ξέρει πού θα αφήσει τα παιδιά για να εργαστεί ή που κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά της επειδή πρέπει να τρέχει σε αστυνομίες, δικαστήρια και νοσοκομεία, δεν έχει τις ίδιες επιλογές με μια γυναίκα που διαθέτει οικονομικό και κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας.
Γι’ αυτό η πολιτική κατά της βίας πρέπει να περιλαμβάνει ταχεία πρόσβαση σε ασφαλή κατοικία, νομική συνδρομή, ψυχοκοινωνική στήριξη, υπηρεσίες για τα παιδιά και πραγματικές διαδρομές προς εργασία και οικονομική αυτονόμηση. Η ελευθερία χρειάζεται και υλικούς όρους για να υπάρξει.
Και η γυναικοκτονία; Να μιλήσουμε χωρίς συνθήματα και χωρίς υπεκφυγές
Ο όρος «γυναικοκτονία» έχει μπει δυνατά στον δημόσιο λόγο επειδή επιχειρεί να περιγράψει ένα συγκεκριμένο φαινόμενο: τη δολοφονία γυναίκας σε έμφυλο πλαίσιο, συχνά από νυν ή πρώην σύντροφο. Στην Ελλάδα, μέχρι σήμερα, δεν υφίσταται αυτοτελές ποινικό αδίκημα με τον τίτλο «γυναικοκτονία». Το 2025 κατατέθηκε στη Βουλή πρόταση νόμου με τίτλο «Πρόληψη και καταστολή της γυναικοκτονίας, έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας», η οποία στην επίσημη σελίδα της Βουλής εξακολουθεί να εμφανίζεται ως κατατεθείσα πρόταση νόμου.
Υπάρχει πραγματική νομική συζήτηση. Από τη μία, όσοι ζητούν ειδική αναγνώριση υποστηρίζουν ότι η ονομασία βοηθά να αναγνωριστεί το έμφυλο μοτίβο, να βελτιωθεί η συλλογή δεδομένων και να γίνει ορατό ένα φαινόμενο που διαφορετικά χάνεται στη γενική κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Από την άλλη, νομικοί επισημαίνουν ότι η ανθρωποκτονία ήδη τιμωρείται με τη βαρύτερη ποινική απαξία και ότι το κρίσιμο είναι η αποτελεσματική εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου, η πρόληψη και η έγκαιρη προστασία.
Το Μ24 δεν χρειάζεται να μετατρέψει αυτή τη συζήτηση σε κομματικό σύνθημα. Χρειάζεται να πει το ουσιώδες: είτε η κοινωνία χρησιμοποιεί τον όρο ως κοινωνικό και εγκληματολογικό εργαλείο είτε επιλέξει ειδική νομική τυποποίηση, δεν επιτρέπεται να κρύψει το μοτίβο. Όταν μια γυναίκα δολοφονείται μέσα σε μια ιστορία ελέγχου, απειλών, κτητικότητας και βίας, το «γιατί» της δολοφονίας δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια.
Τα ΜΜΕ πρέπει να σταματήσουν να ντύνουν τη βία με ρομαντικές λέξεις
Κάθε φορά που ένα μέσο γράφει «έγκλημα πάθους», «θόλωσε από ζήλια», «οικογενειακή τραγωδία» ή αναζητά τι έκανε το θύμα για να «προκαλέσει» τον δράστη, μετακινεί το βάρος της ευθύνης από τον άνθρωπο που άσκησε βία προς τη γυναίκα που τη δέχθηκε.
Η δημοσιογραφία οφείλει να είναι ακριβής. Να μη ρομαντικοποιεί τον έλεγχο ως αγάπη. Να μη βαφτίζει τη ζήλια συναίσθημα όταν γίνεται μηχανισμός κατοχής. Να μην εκθέτει άσκοπα προσωπικά στοιχεία θυμάτων και παιδιών. Να μην κάνει τον δράστη πρωταγωνιστή μιας σκοτεινής «ιστορίας αγάπης».
Και πάνω απ’ όλα: να μη θυμάται την έμφυλη βία μόνο όταν υπάρχει πτώμα.
Η πρόληψη ξεκινά πριν από το αστυνομικό τμήμα
Δεν θα λύσουμε το πρόβλημα μόνο με περισσότερες ποινές. Χρειαζόμαστε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν γνωρίζοντας ότι η σχέση δεν είναι ιδιοκτησία. Ότι το «όχι» δεν είναι διαπραγμάτευση. Ότι ο έλεγχος του κινητού δεν είναι απόδειξη αγάπης. Ότι η προσβολή, η ταπείνωση και η απειλή δεν γίνονται αποδεκτές επειδή συμβαίνουν μέσα σε μια σχέση.
Χρειαζόμαστε άνδρες που δεν θα περιμένουν από τις γυναίκες να λύσουν μόνες τους ένα πρόβλημα που σε μεγάλο βαθμό παράγεται από ανδρική βία. Που θα μιλούν όταν φίλος τους εξευτελίζει, απειλεί ή ελέγχει τη σύντροφό του. Που θα πάψουν να θεωρούν «αντρική υπόθεση» την επιβολή, τη ζήλια και την κατοχή.
Η ισότητα δεν αποδεικνύεται στις γιορτές και στα hashtags. Αποδεικνύεται στη συμπεριφορά μας όταν κανείς δεν μας κοιτάζει.
Η θέση μας: καμία γυναίκα δεν πρέπει να χρειάζεται να γίνει είδηση για να την πιστέψουμε
Αυτό είναι το σημείο όπου η συζήτηση παύει να είναι θεωρητική.
Δεν αρκεί να θυμώνουμε μετά. Δεν αρκεί να γράφουμε «ποτέ ξανά» κάτω από φωτογραφίες νεκρών γυναικών. Δεν αρκεί να αυξάνουμε τις ποινές αν η προστασία πριν από το έγκλημα είναι αποσπασματική. Δεν αρκεί να δημιουργούμε δομές αν μια γυναίκα δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν ή δεν μπορεί να φτάσει σε αυτές. Δεν αρκεί να ζητάμε από το θύμα να είναι γενναίο όταν το σύστημα γύρω του δεν είναι αξιόπιστο.
Η κοινωνία κρίνεται από το πόσο γρήγορα ακούει τον φόβο πριν γίνει ουρλιαχτό.
Το κράτος κρίνεται από το αν προστατεύει πριν χρειαστεί να τιμωρήσει.
Η Δικαιοσύνη κρίνεται από το αν η ταχύτητά της συμβαδίζει με τον κίνδυνο.
Τα ΜΜΕ κρίνονται από το αν ενημερώνουν χωρίς να εμπορεύονται τον πόνο.
Κι εμείς, ως κοινωνία, κρινόμαστε από κάτι απλούστερο: όταν μια γυναίκα πει «φοβάμαι», τη ρωτάμε τι έκανε ή τη ρωτάμε πώς μπορούμε να τη βοηθήσουμε;
Δεν χρειάζεται να περιμένεις να γίνει η βία «χειρότερη» για να ζητήσεις υποστήριξη. Σε άμεσο κίνδυνο, αναζήτησε άμεσα τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Για ενημέρωση και επίσημες δομές στήριξης γυναικών που βιώνουν έμφυλη ή ενδοοικογενειακή βία, χρησιμοποίησε τους παρακάτω επίσημους συνδέσμους.
Γιατί το μέτρο μιας πολιτισμένης κοινωνίας δεν είναι πόσο δυνατά καταδικάζει μια γυναικοκτονία την επόμενη μέρα. Είναι πόσο αποτελεσματικά προστατεύει μια γυναίκα την προηγούμενη.
Γιώργος Ακρίτας
ΑΠΟΨΕΙΣ • Μ24
Πηγές / Τεκμηρίωση
Ελληνική Αστυνομία — αποτίμηση για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας το 2025
Ελληνική Αστυνομία — επίσημος οδηγός για την ενδοοικογενειακή βία
Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας — δίκτυο δομών
Eurostat — EU gender-based violence survey
EUR-Lex — Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για τη βία κατά των γυναικών και την εξ οικείων βία
Βουλή των Ελλήνων — πρόταση νόμου για γυναικοκτονία, έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία
Υπουργείο Δικαιοσύνης — θεσμική συζήτηση για την καταγραφή γυναικοκτονιών