Αναχωρήσεις στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος – συμβολική εικόνα για τη φυγή νέων στο εξωτερικό

Υπάρχει μια στιγμή που μια χώρα πρέπει να πάψει να μετρά μόνο πόσοι νέοι έφυγαν και να αρχίσει να αναρωτιέται γιατί τους ήταν ευκολότερο να χτίσουν τη ζωή τους αλλού.

Η Ελλάδα πλήρωσε για να τους μορφώσει. Οικογένειες στερήθηκαν για να τους σπουδάσουν. Πανεπιστήμια, σχολεία και ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα επένδυσαν πάνω τους. Και ύστερα, στην πιο παραγωγική ηλικία τους, ένα μεγάλο μέρος αυτής της γενιάς πήρε ένα πτυχίο, μία βαλίτσα και ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.

Το ονομάσαμε brain drain. Μια ψυχρή αγγλική φράση για κάτι βαθιά ελληνικό και βαθιά ανθρώπινο: το άδειο δωμάτιο ενός παιδιού που μένει κλειστό, τους γονείς που μαθαίνουν να υπολογίζουν διαφορές ώρας, τα Χριστούγεννα που γίνονται η μοναδική εβδομάδα ολόκληρης οικογένειας μαζί.

Δεν φεύγουν επειδή δεν αγαπούν την Ελλάδα. Φεύγουν επειδή θέλουν να μπορούν να αγαπήσουν και τη ζωή τους.

Το brain drain δεν τελείωσε επειδή άρχισε το brain regain

Η πραγματικότητα σήμερα είναι πιο σύνθετη από τα χρόνια της μεγάλης κρίσης. Υπάρχει πλέον επιστροφή. Και είναι σημαντικό να το αναγνωρίζουμε.

Η νέα μελέτη του ΟΟΣΑ και του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2026, καταγράφει ότι το 2023 ήταν η πρώτη χρονιά μετά την οικονομική κρίση κατά την οποία οι εισροές Ελλήνων πολιτών ξεπέρασαν τις εκροές. Συνολικά, τη διετία 2023-2024 καταγράφηκαν περίπου 98.000 εισροές Ελλήνων πολιτών έναντι περίπου 69.000 εκροών.

Είναι θετικό. Είναι πραγματικό. Αλλά δεν είναι λόγος εφησυχασμού.

Η ίδια μελέτη θυμίζει το μέγεθος της απώλειας: το 2020/21 περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι γεννημένοι στην Ελλάδα ζούσαν σε χώρες του ΟΟΣΑ. Οι νεότερες μεταναστευτικές ροές κατευθύνονται κυρίως προς τη Βόρεια και τη Δυτική Ευρώπη και αφορούν σε μεγάλο βαθμό νέους, φοιτητές, επαγγελματίες και εργαζόμενους υψηλής εξειδίκευσης.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κάποιοι επιστρέφουν. Ευτυχώς επιστρέφουν.

Το ερώτημα είναι αν η επόμενη γενιά θα χρειαστεί να φύγει πρώτα για να αποκτήσει αυτά που θα έπρεπε να μπορεί να διεκδικήσει εδώ.

Όταν ο μισθός δεν αγοράζει ανεξαρτησία

Η συζήτηση για τη φυγή των νέων συχνά καταλήγει σε μια εύκολη κατηγορία: «οι νέοι θέλουν περισσότερα χρήματα».

Φυσικά και θέλουν περισσότερα χρήματα. Όχι για να γίνουν πλούσιοι στα 25 τους. Για να μπορούν να νοικιάσουν ένα σπίτι χωρίς να χρειάζονται μόνιμη οικονομική ενίσχυση από τους γονείς τους.

Σύμφωνα με τη Eurostat, η μέση ετήσια προσαρμοσμένη αμοιβή πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα για το 2024 ήταν περίπου 18.000 ευρώ, η δεύτερη χαμηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Βουλγαρία.

Την ίδια στιγμή, η στεγαστική πίεση στους νέους είναι ακραία. Το 2024, το 30,3% των νέων 15-29 ετών στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης απορροφούσε τουλάχιστον το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πώς ζητάς από έναν άνθρωπο να «μείνει στην Ελλάδα» όταν η απλή πράξη της ανεξαρτητοποίησης έχει μετατραπεί σε οικονομικό άθλημα αντοχής;

Η μετανάστευση δεν ξεκινά πάντα από μια μεγάλη ιδεολογική απόφαση. Μερικές φορές ξεκινά από ένα Excel:

Μισθός. Ενοίκιο. Ρεύμα. Σούπερ μάρκετ. Μετακίνηση.

Και στο τέλος της στήλης μένει ένα μηδενικό.

Το πτυχίο που δεν βρίσκει τη θέση του

Η Ελλάδα δεν έχει μόνο πρόβλημα αμοιβών. Έχει και πρόβλημα αξιοποίησης δεξιοτήτων.

Το 2024, σύμφωνα με τη Eurostat, το 33% των εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα εργαζόταν σε θέσεις που δεν απαιτούσαν τόσο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Ήταν το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ισπανία.

Αυτό είναι ίσως το πιο υποτιμημένο κομμάτι του brain drain.

Δεν φεύγει μόνο ο νέος επειδή αλλού θα πληρωθεί καλύτερα. Φεύγει επειδή αλλού μπορεί να αισθανθεί ότι οι σπουδές του έχουν λόγο ύπαρξης.

Ένας μηχανικός δεν θέλει απλώς μεγαλύτερο μισθό. Θέλει έργα που να τον κάνουν καλύτερο μηχανικό.

Μια ερευνήτρια δεν ζητά μόνο μια σύμβαση. Θέλει συνέχεια, εργαστήριο, χρηματοδότηση, ομάδα, προοπτική.

Ένας νέος γιατρός δεν θέλει απλώς θέση. Θέλει ένα σύστημα μέσα στο οποίο να μπορεί να εξελιχθεί χωρίς να αισθάνεται ότι η αντοχή του στην εξάντληση είναι σημαντικότερο προσόν από την επιστημονική του αξία.

Και ένας νέος επαγγελματίας δεν θέλει να του πουν ότι «έτσι είναι εδώ». Θέλει να ακούσει πώς μπορεί να γίνει καλύτερα.

Η φυγή δεν είναι πάντα οικονομική. Είναι και θεσμική

Αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο σημείο να παραδεχτούμε.

Σε έρευνα του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης σε Έλληνες που έζησαν και εργάστηκαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν, το 89% δήλωσε ότι είχε φύγει για οικονομικούς και επαγγελματικούς λόγους.

Όταν όμως ρωτήθηκαν τι θα βοηθούσε να επιστρέψουν περισσότεροι Έλληνες του εξωτερικού, η απάντηση δεν ήταν μόνο «υψηλότεροι μισθοί».

Το 79% έδειξε την καλύτερη λειτουργία των θεσμών και το 78% τον εκσυγχρονισμό των κρατικών δομών και υποδομών.

Αυτό πρέπει να το ακούσουμε χωρίς άμυνες.

Για έναν άνθρωπο που έχει ζήσει χρόνια σε μια χώρα όπου η διοίκηση λειτουργεί προβλέψιμα, η αξιολόγηση έχει κανόνες, η επαγγελματική εξέλιξη δεν εξαρτάται τόσο από προσωπικές γνωριμίες και ο χρόνος του πολίτη αντιμετωπίζεται ως κάτι που έχει αξία, η επιστροφή δεν είναι μόνο σύγκριση μισθών.

Είναι σύγκριση καθημερινότητας.

Η Ελλάδα δεν χάνει μόνο εργαζόμενους. Χάνει χρόνο

Κάθε νέος επιστήμονας που φεύγει δεν αφαιρεί απλώς έναν εργαζόμενο από την αγορά εργασίας.

Παίρνει μαζί του χρόνια επένδυσης σε εκπαίδευση. Παίρνει μελλοντικούς φόρους, δεξιότητες, καινοτομία, πιθανές επιχειρήσεις, οικογένειες που μπορεί να δημιουργούνταν εδώ, παιδιά που μπορεί να γεννιούνταν εδώ.

Σε μια χώρα που ήδη γερνά δημογραφικά, το πρόβλημα γίνεται ακόμη βαθύτερο.

Η ΕΛΣΤΑΤ εκτίμησε ότι στις αρχές του 2025 το 23,7% του πληθυσμού ήταν 65 ετών και άνω, ενώ τα παιδιά 0-14 ετών ήταν μόλις 12,8%. Το 2024 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 57.564.

Είναι αλήθεια ότι το συνολικό μεταναστευτικό ισοζύγιο της χώρας είναι πλέον θετικό. Αυτό όμως δεν ακυρώνει την ανάγκη να εξετάζουμε ποιοι φεύγουν, ποιοι επιστρέφουν, σε ποια ηλικία και με ποιες δεξιότητες.

Για μια χώρα, δεν είναι όλες οι μεταναστευτικές ροές οικονομικά και δημογραφικά ίδιες.

Το «έξω» δεν είναι παράδεισος

Και εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια και προς την άλλη πλευρά.

Το εξωτερικό δεν είναι η γη της επαγγελίας.

Υπάρχουν πανάκριβα ενοίκια στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ. Υπάρχει μοναξιά στη Γερμανία. Υπάρχουν δύσκολα ωράρια, ανταγωνισμός, ξενιτιά, απόσταση από γονείς που μεγαλώνουν. Υπάρχει η στιγμή που μια βιντεοκλήση δεν αρκεί.

Γι' αυτό και το brain regain είναι πραγματικό. Οι άνθρωποι επιστρέφουν επειδή θέλουν οικογένεια, φίλους, γλώσσα, ήλιο, τόπο, οικειότητα.

Στην έρευνα του ΕΚΤ, το 82% των επαναπατρισθέντων ανέφερε ως σημαντικό λόγο επιστροφής την ανάγκη να βρίσκεται κοντά σε οικογένεια και φίλους.

Η Ελλάδα έχει ένα πλεονέκτημα που δεν αγοράζεται: για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους είναι σπίτι.

Αλλά το συναίσθημα δεν μπορεί να είναι η εθνική μας πολιτική ανθρώπινου κεφαλαίου.

Δεν αρκεί να τους πούμε «γυρίστε»

Οι καμπάνιες επαναπατρισμού είναι χρήσιμες. Τα φορολογικά κίνητρα μπορούν να βοηθήσουν. Οι ημέρες καριέρας στο εξωτερικό μπορούν να φέρουν ανθρώπους σε επαφή με ελληνικές εταιρείες.

Αλλά η πραγματική μάχη κρίνεται αλλού.

Κρίνεται στην πρώτη μισθολογική πρόταση που θα πάρει ένας 27χρονος.

Στο αν θα βρει σπίτι.

Στο αν μια νέα μητέρα θα μπορεί να συνδυάσει δουλειά και οικογένεια.

Στο αν ένας ερευνητής θα περάσει περισσότερο χρόνο κάνοντας έρευνα ή κυνηγώντας μια προσωρινή χρηματοδότηση.

Στο αν ο εργαζόμενος θα αισθάνεται ότι η εξέλιξή του εξαρτάται από τη δουλειά του ή από το ποιον γνωρίζει.

Στο αν μια μικρή επιχείρηση μπορεί να ξεκινήσει χωρίς ο ιδρυτής της να θεωρεί τη γραφειοκρατία δεύτερο επάγγελμα.

Στο αν η χώρα θα μπορεί να προσφέρει όχι απλώς μια θέση εργασίας, αλλά μια πειστική προοπτική ζωής.

Η μεγάλη αλλαγή: από το «να μη φύγουν» στο «να μπορούν να επιλέξουν»

Ίσως έχουμε κάνει λάθος ακόμη και στον τρόπο που θέτουμε το ζήτημα.

Δεν πρέπει να θέλουμε μια νέα γενιά κλεισμένη μέσα στα σύνορα. Η διεθνής κινητικότητα είναι πλούτος. Ένας νέος πρέπει να μπορεί να σπουδάσει στο Παρίσι, να δουλέψει στη Στοκχόλμη, να κάνει έρευνα στη Βοστώνη, να στήσει εταιρεία στο Βερολίνο.

Το πρόβλημα δεν είναι να φύγει.

Το πρόβλημα είναι να αισθάνεται ότι δεν έχει λόγο να επιστρέψει.

Ούτε καν η μόνιμη επιστροφή πρέπει να είναι το μοναδικό μέτρο επιτυχίας. Η ίδια η μελέτη ΟΟΣΑ–ΕΚΤ μιλά για brain circulation: συνεργασίες με την ελληνική διασπορά, ερευνητικά προγράμματα, mentoring, επιχειρηματικές διασυνδέσεις, μεταφορά τεχνογνωσίας.

Μια σύγχρονη χώρα δεν χρειάζεται να «κατέχει» τους ανθρώπους της. Χρειάζεται να παραμένει συνδεδεμένη μαζί τους και να είναι αρκετά καλή ώστε να αποτελεί πραγματική επιλογή.

Η πιο επικίνδυνη φυγή είναι αυτή που δεν φαίνεται σε κανένα αεροδρόμιο

Υπάρχει όμως και μια άλλη φυγή.

Είναι ο νέος που έμεινε αλλά σταμάτησε να περιμένει.

Αυτός που εργάζεται κάτω από τις δυνατότητές του και απλώς συμβιβάστηκε.

Αυτός που δεν κάνει οικογένεια επειδή «δεν βγαίνει».

Αυτός που δεν ανοίγει την επιχείρηση που σκέφτεται επειδή φοβάται ότι θα πνιγεί πριν ξεκινήσει.

Αυτός που έχει πτυχίο, μεταπτυχιακό και γλώσσες, αλλά αισθάνεται πως η κοινωνία τού λέει διαρκώς να είναι ευγνώμων απλώς επειδή έχει δουλειά.

Αυτό το brain drain δεν καταγράφεται στις αναχωρήσεις του «Ελευθέριος Βενιζέλος».

Είναι η εσωτερική παραίτηση.

Και μπορεί να κοστίζει εξίσου πολύ.

Η Ελλάδα πρέπει να γίνει χώρα στην οποία αξίζει να επιστρέψεις — αλλά πρώτα χώρα στην οποία αξίζει να μείνεις

Υπάρχει λόγος για συγκρατημένη αισιοδοξία. Οι επιστροφές αυξάνονται. Η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά από τα χρόνια της κρίσης. Νέοι κλάδοι δημιουργούν θέσεις υψηλότερης ειδίκευσης. Ελληνικές επιχειρήσεις είναι πιο εξωστρεφείς. Η εξ αποστάσεως εργασία επιτρέπει σε ορισμένους να ζουν εδώ και να εργάζονται για το εξωτερικό.

Όλα αυτά είναι πραγματικά.

Αλλά η νίκη δεν θα έρθει όταν ένα υπουργείο ανακοινώσει ότι επέστρεψαν Χ χιλιάδες άνθρωποι.

Θα έρθει όταν ένας τελειόφοιτος στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στα Ιωάννινα ή στο Ηράκλειο κοιτάξει τις επιλογές του και το εξωτερικό δεν είναι η αυτονόητη απάντηση.

Όταν μπορεί να πει:

«Μπορώ να φύγω. Αλλά μπορώ και να μείνω.»

Αυτή είναι η πραγματική ελευθερία επιλογής.

Και αυτή είναι η πραγματική ήττα του brain drain.


Πηγές και στοιχεία