Οι γεννήσεις στην Ελλάδα έχουν πέσει σε επίπεδα που πριν από λίγες δεκαετίες θα έμοιαζαν αδιανόητα. Το δημογραφικό δεν είναι πια μια μακρινή πρόβλεψη: φαίνεται στα μαιευτήρια, στα σχολεία, στην περιφέρεια, στην αγορά εργασίας και στην ηλικιακή σύνθεση της χώρας. Οι αριθμοί δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος, αλλά η ουσία βρίσκεται στο γιατί οι νεότερες γενιές δυσκολεύονται να κάνουν το επόμενο βήμα.

Παιδιά στην Ελλάδα - υπογεννητικότητα και δημογραφική κρίση
Παιδιά σε εορτασμό της 25ης Μαρτίου στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής, 2010. Φωτογραφία: Dimkoa / Wikimedia Commons – Public Domain. Πηγή φωτογραφίας.

Οι αριθμοί που δεν αφήνουν περιθώριο για εφησυχασμό

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή κατέγραψε για το 2024 συνολικά 68.467 γεννήσεις ζώντων, έναντι 71.455 το 2023. Η ετήσια πτώση ήταν 4,2%. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 126.916 θάνατοι. Η διαφορά γεννήσεων και θανάτων διαμόρφωσε φυσική μείωση του πληθυσμού κατά 58.449 άτομα.

Η σύγκριση με το παρελθόν είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Το 1980 είχαν καταγραφεί 148.134 γεννήσεις. Μέχρι το 2024 ο αριθμός είχε μειωθεί κατά περίπου 54%. Ακόμη και σε σχέση με το 2010, όταν οι γεννήσεις ήταν 114.766, η υποχώρηση ξεπερνά το 40%. Αυτό δεν είναι μια μικρή διακύμανση ενός ή δύο ετών. Είναι μια βαθιά αλλαγή στη δημογραφική συμπεριφορά της χώρας.

Με απλά λόγια, το 2024 αντιστοιχούσαν περίπου 1,85 θάνατοι για κάθε μία γέννηση. Το φυσικό ισοζύγιο είναι αρνητικό εδώ και χρόνια και δεν αντιστρέφεται από μια πρόσκαιρη καλή χρονιά. Χρειάζεται να αλλάξει η ίδια η δυνατότητα των ανθρώπων να δημιουργούν οικογένεια όταν το επιθυμούν.

Η Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τις λιγότερες γεννήσεις στην Ευρώπη

Στην ευρωπαϊκή σύγκριση, η εικόνα είναι επίσης δύσκολη. Η Eurostat καταγράφει για το 2024 ακαθάριστο δείκτη γεννήσεων 6,6 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους στην Ελλάδα, έναν από τους χαμηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 7,9.

Την ίδια στιγμή, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο υποχώρησε στα 1,34 παιδιά ανά γυναίκα το 2024, πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών, που τοποθετείται περίπου στα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Η Παγκόσμια Τράπεζα εμφανίζει την Ελλάδα το 2024 περίπου στα 1,2 παιδιά ανά γυναίκα, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα βρίσκεται σε ζώνη πολύ χαμηλής γονιμότητας.

Υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει πώς μετακινείται χρονικά η μητρότητα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ γεννήσεων από μητέρες ηλικίας 40 ετών και άνω: περίπου 11% του συνόλου. Αυτό δεν είναι αρνητικό από μόνο του. Δείχνει όμως ότι η απόφαση για παιδί μετατίθεται όλο και αργότερα, συχνά αφού προηγηθεί πολυετής προσπάθεια για σταθερή εργασία, κατοικία και οικονομική ασφάλεια.

Γιατί οι νέοι αναβάλλουν το παιδί

Η υπογεννητικότητα δεν εξηγείται με μία αιτία και δεν λύνεται με ένα επίδομα. Η απόφαση για παιδί είναι προσωπική, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνεται είναι βαθιά οικονομικό και κοινωνικό. Το κόστος κατοικίας, η αβεβαιότητα στην εργασία, η δυσκολία εύρεσης μεγαλύτερου σπιτιού, το κόστος φύλαξης και εκπαίδευσης, αλλά και η πίεση χρόνου σε νοικοκυριά όπου συνήθως εργάζονται και οι δύο γονείς, συσσωρεύονται.

Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η στεγαστική ανασφάλεια και η αύξηση του κόστους κατοικίας λειτουργούν ως εμπόδιο στη δημιουργία οικογένειας. Παράλληλα, οι πολιτικές που βοηθούν τους γονείς να συνδυάζουν εργασία και οικογενειακή ζωή, όπως επαρκείς άδειες, οικονομικά προσιτή φροντίδα παιδιών και σταθερές εργασιακές προοπτικές, συνδέονται με ευνοϊκότερες συνθήκες για την απόφαση τεκνοποίησης.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι η λέξη «σταθερότητα». Ένα ζευγάρι μπορεί να αντέξει ένα δύσκολο έτος. Αυτό που δυσκολεύεται να αντέξει είναι η αίσθηση ότι δεν μπορεί να προβλέψει πού θα μένει, τι θα πληρώνει σε ενοίκιο ή αν θα μπορεί να επιστρέψει στην εργασία χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπο με αδιέξοδο στη φροντίδα του παιδιού.

Η ηλικία της μητρότητας αλλάζει – και μαζί της αλλάζει ο δημογραφικός χάρτης

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν καθαρά τη μετατόπιση των γεννήσεων σε μεγαλύτερες ηλικίες. Το 1984 οι περισσότερες γεννήσεις προέρχονταν από γυναίκες 20 έως 24 ετών. Το 2024 η μεγαλύτερη ομάδα ήταν οι ηλικίες 30 έως 34, με 22.880 γεννήσεις, ενώ ακολουθούσαν οι ηλικίες 35 έως 39 με 17.662.

Στις ηλικίες 40 έως 44 καταγράφηκαν 5.917 γεννήσεις το 2024, πολύ περισσότερες από τις 1.361 του 1984. Η σύγχρονη κοινωνία επιτρέπει και στηρίζει τη γονεϊκότητα σε μεγαλύτερες ηλικίες περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. Ωστόσο, όταν η δημιουργία οικογένειας αναβάλλεται όχι από επιλογή αλλά από ανασφάλεια, μειώνεται ο διαθέσιμος χρόνος για δεύτερο ή τρίτο παιδί και αυξάνεται ο κίνδυνος οι επιθυμίες ενός ζευγαριού να μη μετατραπούν ποτέ σε πραγματικότητα.

Το δημογραφικό δεν αφορά μόνο τα μαιευτήρια

Η δημογραφική συρρίκνωση αλλάζει πολύ περισσότερα από τον αριθμό των γεννήσεων. Λιγότερα παιδιά σημαίνουν μικρότερες σχολικές γενιές, διαφορετικές ανάγκες για εκπαιδευτικές δομές και μεγαλύτερη πίεση σε μικρούς δήμους και χωριά όπου ο πληθυσμός ήδη γερνά.

Σε βάθος χρόνου, η μικρότερη είσοδος νέων ανθρώπων στην αγορά εργασίας αυξάνει την ανάγκη για υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και επιτυχημένη ένταξη εργαζομένων από το εξωτερικό. Παράλληλα, η γήρανση αυξάνει τις ανάγκες για υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και συνταξιοδοτικές δαπάνες.

Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι οι χώρες δεν πρέπει να σχεδιάζουν μόνο πώς θα αυξήσουν τη γονιμότητα, αλλά και πώς θα προσαρμοστούν σε ένα μέλλον χαμηλότερης γονιμότητας. Ακόμη και αν οι γεννήσεις αυξάνονταν αισθητά από αύριο, τα παιδιά αυτά θα έμπαιναν στην αγορά εργασίας περίπου δύο δεκαετίες αργότερα. Η πολιτική, συνεπώς, πρέπει να κινείται σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα: στήριξη της οικογένειας και προσαρμογή της οικονομίας στη νέα ηλικιακή πραγματικότητα.

Τι κάνει σήμερα η Πολιτεία

Η Ελλάδα έχει πλέον συγκροτήσει Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό με πέντε βασικούς άξονες: ενίσχυση γεννήσεων και στήριξη οικογένειας, απασχόληση, διαχείριση μακροζωίας και γήρανσης, τοπική ανάπτυξη και καινοτομία, καθώς και ενημέρωση και έρευνα. Η κυβερνητική παρουσίαση του σχεδίου έκανε λόγο για περισσότερες από 100 δράσεις και συνολική δαπάνη 20 δισ. ευρώ, ποσό που περιλαμβάνει και μέτρα που είχαν ήδη ξεκινήσει από το 2019.

Στο άμεσο επίπεδο, το επίδομα γέννησης διαμορφώνεται σε 2.400 ευρώ για το πρώτο παιδί, 2.700 για το δεύτερο, 3.000 για το τρίτο και 3.500 ευρώ για το τέταρτο και κάθε επόμενο, με εισοδηματικά και άλλα κριτήρια.

Η οικονομική ενίσχυση είναι σημαντική, ειδικά στους πρώτους μήνες ενός παιδιού. Όμως η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μεμονωμένες χρηματικές παροχές δεν αρκούν για να ανατρέψουν μια μακροχρόνια δημογραφική τάση. Η απόφαση για οικογένεια χρειάζεται ορίζοντα δεκαετίας: κατοικία, παιδική φροντίδα, εργασία που δεν τιμωρεί τη γονεϊκότητα, πραγματική συμμετοχή και των δύο γονέων στη φροντίδα, σχολεία και υπηρεσίες που λειτουργούν.

Το στεγαστικό είναι και δημογραφικό

Για μια γενιά που μπαίνει στην αγορά κατοικίας με υψηλά ενοίκια και περιορισμένη δυνατότητα αγοράς σπιτιού, το ερώτημα «πού θα χωρέσει ένα παιδί;» δεν είναι ρητορικό. Ένα μικρό διαμέρισμα μπορεί να είναι επαρκές για ένα ζευγάρι, αλλά όχι για μια οικογένεια με δύο παιδιά. Η μετακόμιση σε μεγαλύτερο σπίτι μπορεί να αυξήσει απότομα το μηνιαίο κόστος.

Γι’ αυτό η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά από το δημογραφικό. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ειδικά το κόστος κατοικίας ως παράγοντα που επηρεάζει τις αποφάσεις για το πρώτο ή το επόμενο παιδί. Αν μια χώρα θέλει πραγματικά να στηρίξει τη δημιουργία οικογένειας, χρειάζεται περισσότερη προσφορά προσιτής κατοικίας, σταθερούς κανόνες μίσθωσης, εργαλεία για νέους γονείς και σχεδιασμό που να μη μετατρέπει την οικογενειακή στέγη σε πολυτέλεια.

Η περιφέρεια χάνει διπλά

Η υπογεννητικότητα έχει διαφορετικό βάρος στην περιφέρεια. Σε περιοχές που έχουν ήδη χάσει νέους ανθρώπους προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό, οι λιγότερες γεννήσεις επιταχύνουν τον φαύλο κύκλο: λιγότερα παιδιά, μικρότερα σχολεία, δυσκολότερη στελέχωση υπηρεσιών, λιγότερες επιχειρήσεις και ακόμη μικρότερη ελκυστικότητα για νέες οικογένειες.

Το δημογραφικό της επαρχίας, επομένως, δεν λύνεται μόνο με επιδόματα. Χρειάζεται πρόσβαση σε γιατρούς, βρεφονηπιακούς σταθμούς, σχολεία, ψηφιακές υποδομές, αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας και κατοικία. Μια οικογένεια δεν εγκαθίσταται κάπου επειδή της δίνεται ένα εφάπαξ ποσό· εγκαθίσταται όταν μπορεί να φανταστεί εκεί τη ζωή της για τα επόμενα δέκα ή είκοσι χρόνια.

Τι θα μπορούσε να αλλάξει πραγματικά την εικόνα

Δεν υπάρχει μαγικός αριθμός ούτε μία πολιτική που θα επαναφέρει τις γεννήσεις στα επίπεδα της δεκαετίας του 1980. Υπάρχει όμως μια σειρά παρεμβάσεων που μπορούν να μειώσουν το χάσμα ανάμεσα στον αριθμό παιδιών που θα ήθελαν οι άνθρωποι και στον αριθμό που τελικά αποκτούν.

Πρώτον, προσιτή και σταθερή κατοικία για νέους και οικογένειες. Δεύτερον, επαρκείς και οικονομικά προσιτές δομές προσχολικής φροντίδας με ωράρια που ανταποκρίνονται στην πραγματική εργασία των γονέων. Τρίτον, γονικές άδειες και εργασιακές πρακτικές που δεν φορτώνουν σχεδόν αποκλειστικά το κόστος της γονεϊκότητας στη γυναίκα. Τέταρτον, προβλέψιμη φορολογική και οικογενειακή πολιτική, ώστε τα μέτρα να μην αλλάζουν κάθε λίγα χρόνια. Πέμπτον, σοβαρή περιφερειακή πολιτική που επιτρέπει σε μια νέα οικογένεια να ζήσει εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης χωρίς να θυσιάσει πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.

Και, τέλος, χρειάζεται ειλικρίνεια. Το δημογραφικό δεν είναι ζήτημα στο οποίο η Πολιτεία πρέπει να υποδείξει στους πολίτες πόσα παιδιά θα κάνουν. Ο στόχος πρέπει να είναι διαφορετικός: κανείς που επιθυμεί να δημιουργήσει οικογένεια να μην αναγκάζεται να το αναβάλει επ’ αόριστον επειδή η κατοικία, η εργασία και η καθημερινότητα το καθιστούν πρακτικά αδύνατο.

Η Ελλάδα του αύριο γράφεται σήμερα

Η υπογεννητικότητα είναι από εκείνα τα προβλήματα που κινούνται αργά, αλλά όταν οι συνέπειές τους γίνουν ορατές είναι δύσκολο να αναστραφούν. Τα 68.467 παιδιά που γεννήθηκαν το 2024 δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε πίνακα. Είναι η γενιά που θα βρεθεί στα σχολεία της επόμενης δεκαετίας και στην αγορά εργασίας μετά από περίπου είκοσι χρόνια.

Η συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβίζεται σε δραματικές προβλέψεις ούτε σε συνθήματα. Χρειάζεται σταθερή, μακροχρόνια πολιτική που να κάνει τη γονεϊκότητα συμβατή με μια αξιοπρεπή ζωή. Παράλληλα, χρειάζεται προσαρμογή σε μια κοινωνία που θα είναι γηραιότερη, με διαφορετικές ανάγκες και διαφορετική γεωγραφική κατανομή.

Το δημογραφικό δεν θα κριθεί σε μία τετραετία. Θα κριθεί από το αν ένας άνθρωπος 28, 32 ή 36 ετών μπορεί να κοιτάξει τα επόμενα χρόνια και να νιώσει ότι υπάρχει χώρος – οικονομικός, επαγγελματικός και κυριολεκτικά στεγαστικός – για να χτίσει την οικογένεια που ο ίδιος θέλει. Εκεί βρίσκεται η πραγματική μάχη της υπογεννητικότητας.

Πηγές και τεκμηρίωση