Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ 2026

Η πιο πολιτικά δύσκολη στιγμή της παρουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ δεν ήταν κάποια επίθεση της αντιπολίτευσης. Ήταν οι ίδιες του οι παραδοχές. Στη συνέντευξη Τύπου της 7ης Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι η ακρίβεια παραμένει το πρώτο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, ότι κανένα πρόγραμμα στήριξης δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει πλήρως και ότι στο στεγαστικό η κυβέρνηση δεν έχει πετύχει «αυτό που θα ήθελε».

Οι δηλώσεις αυτές δεν ακυρώνουν το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ για το 2027, ούτε τις αυξήσεις μισθών, τις φοροελαφρύνσεις ή τα νέα στεγαστικά προγράμματα. Αποκαλύπτουν όμως το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα της κυβέρνησης: οι μακροοικονομικοί δείκτες βελτιώνονται πιο γρήγορα από όσο βελτιώνεται η καθημερινή ζωή ενός μεγάλου μέρους των πολιτών.

Και όσο πλησιάζουν οι εκλογές του 2027, αυτό το χάσμα γίνεται πιο επικίνδυνο από οποιαδήποτε κοινοβουλευτική αντιπαράθεση.

Οι δύο παραδοχές που αλλάζουν τη συζήτηση
  • Ακρίβεια: ο πρωθυπουργός είπε ότι είναι το πρώτο ζήτημα που απασχολεί την κοινωνία και ότι κανένα πρόγραμμα στήριξης δεν μπορεί να το λύσει ολοκληρωτικά.
  • Στέγη: παραδέχθηκε ότι οι μέχρι σήμερα πολιτικές δεν έχουν φέρει το αποτέλεσμα που θα ήθελε η κυβέρνηση και ότι η τόνωση της ζήτησης από μόνη της δεν αρκεί.

Μητσοτάκης στη ΔΕΘ 2026: Η ακρίβεια δεν χωρά πια κάτω από τους καλούς δείκτες

Η κυβέρνηση έχει ισχυρά μακροοικονομικά επιχειρήματα. Η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με το 2019, οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί, το δημόσιο χρέος μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ και η Ελλάδα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ υπογράμμισε ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται στα 920 ευρώ και ότι θα ξεπεράσει τα 950 ευρώ από την 1η Απριλίου, ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει ξεπεράσει, σύμφωνα με την κυβέρνηση, τα 1.500 ευρώ.

Όμως ο πολιτικός λογαριασμός δεν κλείνει μόνο με ονομαστικούς μισθούς.

Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει για τον Ιούλιο του 2026 ετήσιο πληθωρισμό 3,4%. Τα στοιχεία Αυγούστου δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί· είναι προγραμματισμένα για τις 9 Σεπτεμβρίου. Αυτό σημαίνει ότι η πίεση στις τιμές δεν είναι μια παλιά ανάμνηση του 2022 ή του 2023. Παραμένει σημερινό πρόβλημα.

Ο OECD βάζει έναν αστερίσκο στις αυξήσεις των μισθών

Ο ΟΟΣΑ προσθέτει ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο στη συζήτηση. Στο Employment Outlook 2026 σημειώνει ότι ο πραγματικός κατώτατος μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε μεταξύ Απριλίου 2025 και Απριλίου 2026, όταν ληφθεί υπόψη η επίδραση των τιμών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ονομαστικός μισθός δεν αυξήθηκε. Σημαίνει κάτι πολιτικά πιο δύσκολο: η αύξηση του μισθού δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη αύξηση αγοραστικής δύναμης.

Είναι ακριβώς εδώ που σκοντάφτει η κυβερνητική αφήγηση. Ο εργαζόμενος δεν μετρά μόνο τι γράφει το εκκαθαριστικό της μισθοδοσίας. Μετρά τι μένει αφού πληρώσει ενοίκιο, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, καύσιμα και δόσεις.

Η κυβέρνηση λέει «2,2 δισ.» – ο πολίτης ρωτά «πόσα μένουν στην τσέπη;»

Το κυβερνητικό πακέτο που παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη έχει δημοσιονομικό κόστος 2,2 δισ. ευρώ για το 2027 και, σύμφωνα με την πρωθυπουργική ομιλία, φτάνει τα 3,5 δισ. ευρώ έως το 2030.

Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων φορολογικές ελαφρύνσεις, στήριξη συνταξιούχων, παρεμβάσεις για αγρότες, δημόσιους υπαλλήλους, οικογένειες και επιχειρήσεις, καθώς και νέο «Σπίτι μου ΙΙΙ» ύψους 2 δισ. ευρώ.

Το πακέτο είναι μεγάλο σε απόλυτους αριθμούς. Το πολιτικό του αποτέλεσμα όμως θα κριθεί από κάτι πολύ πιο απλό: αν η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος τρέξει γρηγορότερα από την αύξηση του κόστους ζωής.

Αν όχι, η κυβέρνηση θα βρεθεί στην παράδοξη θέση να παρουσιάζει δισεκατομμύρια παρεμβάσεων και οι πολίτες να εξακολουθούν να αισθάνονται ότι «δεν βγαίνει ο μήνας».

Το M24 έχει ήδη συγκεντρώσει το συνολικό πρόγραμμα όλων των πολιτικών δυνάμεων στο μεγάλο dossier «ΔΕΘ 2026: Η μεγάλη μάχη των μέτρων». Το σημερινό ερώτημα όμως δεν είναι πλέον ποιος υπόσχεται τι. Είναι τι από όλα αυτά μπορεί να αλλάξει γρήγορα την πραγματική καθημερινότητα.

Στέγη: Η παραδοχή που πονά περισσότερο

Στη στέγη, ο πρωθυπουργός ήταν ακόμη πιο καθαρός. Όταν ρωτήθηκε αν οι πολιτικές της κυβέρνησης έχουν αποδώσει, απάντησε ουσιαστικά ότι όχι στον βαθμό που θα ήθελε.

Παραδέχθηκε επίσης κάτι που οι οικονομολόγοι επισημαίνουν εδώ και καιρό: τα προγράμματα που ενισχύουν μόνο τη ζήτηση δεν αρκούν όταν η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη.

Η παραδοχή έχει ιδιαίτερο βάρος επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρώπης ως προς την πίεση που ασκεί η στέγη στο οικογενειακό εισόδημα.

Eurostat: 36% του διαθέσιμου εισοδήματος πάει στη στέγη

Σύμφωνα με τη Eurostat, τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεσαν το 2024 κατά μέσο όρο 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις πόλεις, το 29% του πληθυσμού βρισκόταν σε κατάσταση housing cost overburden – δηλαδή τα έξοδα στέγασης ξεπερνούσαν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Στις αγροτικές περιοχές το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 28%. Και στις δύο περιπτώσεις η Ελλάδα είχε την υψηλότερη επιβάρυνση στην ΕΕ.

Ακόμη πιο σκληρός είναι ο δείκτης καθυστερήσεων: 43% των πολιτών στην Ελλάδα ζούσαν σε νοικοκυριά με ληξιπρόθεσμες οφειλές σε στεγαστικό δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.

Και η πίεση δεν έχει σταματήσει. Η Eurostat κατέγραψε αύξηση των ενοικίων στην Ελλάδα κατά 5% στο πρώτο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση.

Το M24 έχει αναλύσει αναλυτικά αυτή τη διαρθρωτική πίεση στο θέμα «Στεγαστική κρίση στην Ελλάδα 2026: Όταν το σπίτι γίνεται πολυτέλεια».

Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» μπορεί να βοηθήσει – αλλά δεν χτίζει από μόνο του σπίτια

Το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ» των 2 δισ. ευρώ μπορεί να βοηθήσει χιλιάδες νέους και οικογένειες να αποκτήσουν πρώτη κατοικία. Η κυβέρνηση επικαλείται ήδη 25.000 περιπτώσεις πολιτών που απέκτησαν σπίτι μέσω προηγούμενων προγραμμάτων.

Όμως υπάρχει μια απλή οικονομική εξίσωση που δεν μπορεί να αγνοηθεί: αν αυξάνεις τη δυνατότητα αγοράς χωρίς να αυξάνεις αρκετά την προσφορά κατοικιών, κινδυνεύεις να μεταφέρεις μέρος της επιδότησης στις τιμές.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνώρισε σήμερα ότι τα μέτρα στήριξης της ζήτησης «από μόνα τους δεν αρκούν».

Αυτή είναι ίσως η πιο ουσιαστική φράση ολόκληρης της συνέντευξης Τύπου. Γιατί σημαίνει ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει πως το στεγαστικό απαιτεί περισσότερα διαθέσιμα σπίτια, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, ανακαινίσεις κλειστών κατοικιών, φοιτητικές εστίες και περιορισμούς όπου η βραχυχρόνια μίσθωση αφαιρεί υπερβολικά μεγάλο μέρος του αποθέματος.

Τα καλά στοιχεία υπάρχουν – αλλά δεν αρκούν πολιτικά

Θα ήταν άδικο να αγνοηθεί η βελτίωση της αγοράς εργασίας. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 4.414.364 απασχολούμενους και 379.670 ανέργους, με την ανεργία σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό είναι πραγματική επιτυχία και αποτελεί ισχυρό χαρτί της κυβέρνησης.

Αλλά η πολιτική δεν κρίνεται μόνο στο αν κάποιος έχει δουλειά. Κρίνεται και στο αν αυτή η δουλειά επιτρέπει να ζήσει χωρίς να χρειάζεται δεύτερη εργασία, οικογενειακή βοήθεια ή διαρκή περιορισμό βασικών αναγκών.

Εδώ είναι το δύσκολο σημείο για το Μέγαρο Μαξίμου: η μείωση της ανεργίας δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε αίσθημα οικονομικής ασφάλειας.

Η κυβέρνηση έχει χρόνο μέχρι το 2027 – τα νοικοκυριά όχι

Πολλά από τα νέα μέτρα έχουν ορίζοντα εφαρμογής το 2027 ή και αργότερα. Ο πρωθυπουργός μίλησε για αυξήσεις, φορολογικές παρεμβάσεις, 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους στο τέλος του 2027 και σταδιακή κατάργηση επιβαρύνσεων έως το 2029.

Δημοσιονομικά, η λογική είναι σαφής: η κυβέρνηση δεν θέλει να θέσει σε κίνδυνο τους ευρωπαϊκούς στόχους και τη δημοσιονομική αξιοπιστία.

Πολιτικά όμως, υπάρχει ένα πρόβλημα χρόνου. Ο λογαριασμός του σούπερ μάρκετ έρχεται αυτή την εβδομάδα. Το ενοίκιο στο τέλος του μήνα. Η δόση του ρεύματος τώρα.

Η κυβέρνηση ζητά ουσιαστικά από τον πολίτη να αξιολογήσει ένα σχέδιο τετραετίας ενώ ο ίδιος αξιολογεί κάθε μήνα αν του μένει εισόδημα.

Η μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής αφήγησης

Η κυβέρνηση λέει – και έχει στοιχεία για να το υποστηρίξει – ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση από το 2019: μικρότερη ανεργία, υψηλότεροι ονομαστικοί μισθοί, επενδυτική βαθμίδα, ισχυρότερη ανάπτυξη.

Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο πρωθυπουργός λέει ότι η ακρίβεια παραμένει η πρώτη κοινωνική ανησυχία και ότι στο στεγαστικό δεν έχουν έρθει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Και οι δύο εικόνες μπορούν να είναι αληθινές ταυτόχρονα.

Αυτό όμως δημιουργεί το πιο δύσκολο πολιτικό ερώτημα: αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλύτερα, γιατί ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας εξακολουθεί να νιώθει οικονομικά στριμωγμένο;

Δεν αρκεί πλέον το «οι άλλοι υπόσχονται περισσότερα»

Στη συνέντευξη Τύπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπερασπίστηκε τη δημοσιονομική πειθαρχία και απέρριψε προτάσεις που, κατά την κυβέρνηση, δεν αντέχει ο προϋπολογισμός – όπως πλήρης 13ος μισθός και 13η σύνταξη.

Αυτό είναι θεμιτή πολιτική επιλογή. Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να υποστηρίζει ότι δεν θα θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα για προεκλογικές παροχές.

Όμως από εδώ και πέρα δεν αρκεί να λέει ότι οι αντίπαλοι υπόσχονται περισσότερα από όσα μπορούν να πληρώσουν. Πρέπει να αποδείξει ότι το δικό της πιο συγκρατημένο σχέδιο αλλάζει πραγματικά τη ζωή των πολιτών.

Το M24 έχει ήδη παρουσιάσει την οικονομική σύγκρουση Μητσοτάκη–Τσίπρα στο άρθρο «Η μάχη των 1.000 ευρώ». Η επόμενη φάση όμως δεν θα κριθεί στις υποσχέσεις. Θα κριθεί στην εφαρμογή.

Το πολιτικό ρίσκο για τον Μητσοτάκη

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ένα πλεονέκτημα: μπορεί να εμφανίζει ένα συνεκτικό αφήγημα δημοσιονομικής σταθερότητας, χαμηλότερης ανεργίας και σταδιακών αυξήσεων εισοδήματος.

Έχει όμως και ένα σοβαρό μειονέκτημα: βρίσκεται στην κυβέρνηση από το 2019. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο λιγότερο πειστική γίνεται η επίκληση προβλημάτων ως «δύσκολων κληρονομιών» και τόσο περισσότερο ο πολίτης ζητά τελικό αποτέλεσμα.

Η στεγαστική κρίση, η ακρίβεια και η αγοραστική δύναμη δεν είναι πια νέα προβλήματα. Είναι προβλήματα που έχουν αποκτήσει διάρκεια.

Και στην πολιτική, η διάρκεια μετατρέπει την «πρόκληση» σε ευθύνη.

Η κυβέρνηση δεν χρειάζεται άλλο αφήγημα – χρειάζεται μετρήσιμο αποτέλεσμα

Το πραγματικό τεστ μετά τη ΔΕΘ δεν είναι αν το πακέτο ακούστηκε μεγάλο. Είναι αν μέχρι τις αρχές του 2027 θα υπάρχουν τρεις μετρήσιμες αλλαγές:

  1. Αποκλιμάκωση του πραγματικού κόστους βασικών αγαθών και όχι απλώς μικρότερος ρυθμός αυξήσεων.
  2. Αύξηση πραγματικής αγοραστικής δύναμης, όχι μόνο ονομαστικών μισθών.
  3. Αύξηση διαθέσιμης κατοικίας, ώστε τα στεγαστικά προγράμματα να μην κυνηγούν ένα περιορισμένο και ακριβό απόθεμα.

Αν αυτά συμβούν, η κυβέρνηση θα έχει ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα ενόψει εκλογών.

Αν όχι, τα 2,2 δισ. ευρώ κινδυνεύουν να μείνουν ένας μεγάλος αριθμός σε μια κοινωνία που θα συνεχίζει να μετρά μικρότερα υπόλοιπα στον λογαριασμό της.

Το συμπέρασμα

Η σημερινή συνέντευξη Τύπου είχε μια πολιτική ειλικρίνεια που ίσως τελικά αποδειχθεί πιο σημαντική από τις ίδιες τις εξαγγελίες.

Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι η ακρίβεια δεν έχει νικηθεί και ότι το στεγαστικό δεν έχει λυθεί.

Αυτό είναι το πραγματικό σημείο εκκίνησης της κυβέρνησης μετά τη ΔΕΘ.

Το πρόβλημά της δεν είναι πλέον να πείσει ότι η οικονομία έχει καλύτερους δείκτες. Είναι να αποδείξει ότι οι καλύτεροι δείκτες μπορούν επιτέλους να περάσουν από τις οθόνες των υπουργείων στο πορτοφόλι και στο σπίτι του πολίτη.

Και μέχρι τις εκλογές του 2027, αυτό θα είναι πολύ πιθανόν το πιο σκληρό μέτρο αξιολόγησης της κυβέρνησης.

Πηγές