Η κυβέρνηση έβαλε τη Δικαιοσύνη στην ατζέντα της ΔΕΘ 2026, με εξαγγελίες για ταχύτερες διαδικασίες, ψηφιοποίηση και επέκταση του νέου δικαστικού χάρτη. Πίσω, όμως, από τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις παραμένει ένα ευρύτερο ερώτημα: τι γίνεται με τις βαθύτερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη;
Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία θεσμικής μεταρρύθμισης. Οι μεγάλες καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων αποτελούν μέρος του προβλήματος, αλλά η δημόσια συζήτηση δεν σταματά εκεί.
Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, λογοδοσία, σχέση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας και ευθύνη των υπουργών συνθέτουν ένα πολύ ευρύτερο θεσμικό παζλ.
Στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε συγκεκριμένες παρεμβάσεις για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Το βάρος έπεσε κυρίως στην ταχύτητα, την ψηφιοποίηση και την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος.
Τι ανακοίνωσε η κυβέρνηση για τη Δικαιοσύνη στη ΔΕΘ 2026
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη ΔΕΘ στον νέο δικαστικό χάρτη και υποστήριξε ότι η κατάργηση των Ειρηνοδικείων έδωσε περισσότερους ανθρώπινους πόρους, με στόχο την ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση εντάσσεται σε μια ευρύτερη κυβερνητική στρατηγική που δίνει ιδιαίτερο βάρος στην επιτάχυνση των διαδικασιών και στην ψηφιοποίηση της λειτουργίας των δικαστηρίων.
Η μεγάλη έμφαση στην ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης
Η κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής έγινε ακόμη πιο σαφής λίγες ημέρες μετά τη ΔΕΘ.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ως στόχο έως το τέλος του 2027 ο χρόνος έκδοσης μιας τελεσίδικης απόφασης να μειωθεί από περίπου 1.500 ημέρες στις 600 με 650 ημέρες, προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην ίδια ομιλία ανέφερε ότι στα Πρωτοδικεία ο χρόνος έχει μειωθεί από 774 σε 386 ημέρες και ότι το ποσοστό εκκαθάρισης των υποθέσεων προσεγγίζει το 100%.
Η επιτάχυνση των διαδικασιών αποτελεί, επομένως, έναν από τους βασικούς δείκτες με τους οποίους η κυβέρνηση επιλέγει να αποτιμήσει την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων στη Δικαιοσύνη.
Η ταχύτητα, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά της συζήτησης.
Το ερώτημα που μένει: Αρκεί μια ταχύτερη Δικαιοσύνη;
Ένα δικαστικό σύστημα που χρειάζεται χρόνια για να καταλήξει σε τελεσίδικες αποφάσεις δημιουργεί προβλήματα τόσο στην καθημερινότητα των πολιτών όσο και στη λειτουργία της οικονομίας.
Ωστόσο, η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης δεν αφορά αποκλειστικά τον χρόνο που απαιτείται για την έκδοση μιας απόφασης.
Αφορά επίσης την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τις θεσμικές εγγυήσεις που ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Οι λειτουργικές αλλαγές είχαν συγκεκριμένη παρουσία στην κυβερνητική ατζέντα. Το ερώτημα είναι πώς θα εξελιχθεί παράλληλα η συζήτηση για τις βαθύτερες θεσμικές αλλαγές.
Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, ένα ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τη θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Η κυβέρνηση έχει ήδη ανοίξει το συγκεκριμένο κεφάλαιο στο πλαίσιο της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Τον Ιούλιο του 2026, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρότεινε τη θεσμική κατοχύρωση μιας διαδικασίας σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση θα επιλέγει υποχρεωτικά την ηγεσία της Δικαιοσύνης μεταξύ τριών υποψηφίων που θα επιλέγουν οι ίδιοι οι δικαστές.
Πρόκειται για διαφορετικής φύσης μεταρρύθμιση από τον δικαστικό χάρτη ή την ψηφιοποίηση, καθώς αφορά άμεσα τη θεσμική σχέση μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Στο τραπέζι και το άρθρο 86
Στην ίδια συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση τέθηκε και το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η προκαταρκτική διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων θα μπορούσε να μετακινηθεί προς τη Δικαιοσύνη, παρουσιάζοντας διαφορετικές πιθανές θεσμικές επιλογές, ενώ η Βουλή θα διατηρούσε την τελική απόφαση για την άσκηση δίωξης.
Η συζήτηση αυτή δείχνει ότι υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο μεταρρυθμίσεων, πέρα από την ταχύτητα των δικαστικών διαδικασιών.
Δύο διαφορετικά επίπεδα μεταρρύθμισης
Στην κυβερνητική πολιτική για τη Δικαιοσύνη μπορούν έτσι να διακριθούν δύο διαφορετικά επίπεδα παρεμβάσεων.
Το πρώτο αφορά την καθημερινή λειτουργία των δικαστηρίων: ταχύτητα, ψηφιοποίηση, ανθρώπινο δυναμικό, εξωδικαστικές λύσεις και αναδιοργάνωση του δικαστικού χάρτη.
Το δεύτερο αφορά τη θεσμική αρχιτεκτονική της Δικαιοσύνης: τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της, τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας, τη σχέση με την εκτελεστική εξουσία και τις συνταγματικές ρυθμίσεις γύρω από την πολιτική λογοδοσία.
Στη ΔΕΘ, η έμφαση δόθηκε περισσότερο στο πρώτο επίπεδο.
Το πραγματικό τεστ για τις μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη
Το επόμενο διάστημα θα δείξει κατά πόσο οι κυβερνητικές παρεμβάσεις μπορούν πράγματι να περιορίσουν τις καθυστερήσεις και να αλλάξουν την καθημερινή εμπειρία του πολίτη που προσφεύγει στη Δικαιοσύνη.
Οι χρόνοι έκδοσης αποφάσεων, οι εκκρεμείς υποθέσεις και η λειτουργία του νέου δικαστικού χάρτη προσφέρουν συγκεκριμένα και μετρήσιμα στοιχεία για την αξιολόγηση των αλλαγών.
Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο ερώτημα: πώς θα εξελιχθεί η θεσμική συζήτηση για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την επιλογή της ηγεσίας της και τη λογοδοσία του πολιτικού συστήματος.
Γιατί η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης δεν τελειώνει στην ταχύτητα έκδοσης μιας απόφασης. Περιλαμβάνει επίσης την αποτελεσματικότητα, την ανεξαρτησία και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.