Κυριάκος Μητσοτάκης και ελληνικές και τουρκικές σημαίες σε συνάντηση Ελλάδας - Τουρκίας

Δεν θέλω η Ελλάδα να ζει με τον φόβο της Τουρκίας. Δεν θέλω όμως και να μάθει να ζει με τις απειλές της σαν να είναι κάτι φυσιολογικό.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινά κάθε σοβαρή κουβέντα για τα ελληνοτουρκικά. Όχι από κραυγές. Όχι από φοβικά σύνδρομα. Όχι από πατριωτισμούς της τηλεοπτικής μιας βραδιάς. Και σίγουρα όχι από την αυταπάτη ότι, επειδή υπάρχουν περίοδοι ηρεμίας, εξαφανίστηκαν οι διαφορές ή άλλαξαν οι πάγιες θέσεις της Άγκυρας.

Δεν άλλαξαν.

Η Τουρκία εξακολουθεί να θέτει ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών. Εξακολουθεί να μιλά για «status quo» στο Αιγαίο με τρόπο που η Αθήνα απορρίπτει. Εξακολουθεί να διατηρεί διαφορετική θεώρηση για τις θαλάσσιες ζώνες, τα νησιά και την έκταση των διαφορών που θεωρεί ότι υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών.

Και τις τελευταίες εβδομάδες οι τόνοι ανέβηκαν ξανά.

Γνώμη του Γιώργου Ακρίτα | Ιδρυτής · Αρχισυντάκτης M24


Η ειρήνη δεν σημαίνει ότι προσποιούμαστε πως δεν ακούμε

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κάλεσε ξανά την Ελλάδα να σταματήσει τον εξοπλισμό νησιών του Αιγαίου. Η Άγκυρα, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά στις αρχές Σεπτεμβρίου, επέδωσε διακοίνωση με την οποία προειδοποιεί ότι δεν θα δεχθεί κινήσεις που, κατά την τουρκική πλευρά, μεταβάλλουν το status quo.

Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών έχει επίσης επαναλάβει επίσημα μέσα στο 2026 ότι θεωρεί τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα δεσμευμένα από καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης. Αυτή είναι η τουρκική νομική θέση.

Η ελληνική θέση είναι διαφορετική και εξίσου καθαρή: ζητήματα κυριαρχίας και αποστρατιωτικοποίησης δεν τίθενται προς διαπραγμάτευση. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης το είπε ξανά στις 9 Σεπτεμβρίου: η Ελλάδα δεν συζητά ούτε «γκρίζες ζώνες» ούτε τη δομή των αμυντικών της δυνάμεων στα νησιά.

Αυτό είναι το πραγματικό πλαίσιο. Και όποιος το παρακάμπτει, είτε για να παρουσιάσει μια εικόνα απόλυτης ηρεμίας είτε για να προεξοφλήσει έναν πόλεμο που δεν έχει έρθει, δεν βοηθά τον δημόσιο διάλογο.

Η Άγκυρα μιλά για διάλογο — αλλά δεν αποσύρει τις αξιώσεις της

Ας είμαστε δίκαιοι. Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν περίοδοι πραγματικής αποκλιμάκωσης. Οι δίαυλοι επικοινωνίας λειτούργησαν. Οι παραβιάσεις μειώθηκαν αισθητά σε σύγκριση με παλαιότερες περιόδους. Η τουριστική και οικονομική επαφή αυξήθηκε. Έλληνες και Τούρκοι πολίτες ταξίδεψαν περισσότερο, μίλησαν περισσότερο, γνώρισαν καλύτερα ο ένας τον άλλον.

Αυτά δεν είναι ασήμαντα. Είναι κέρδος.

Αλλά δεν πρέπει να μπερδεύουμε την αποκλιμάκωση με τη λύση.

Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τη «Γαλάζια Πατρίδα», τις θέσεις της για τα νησιά ή τη δική της ανάγνωση των θαλάσσιων ζωνών. Και όταν θεωρεί ότι η Ελλάδα προχωρά σε κίνηση που αγγίζει αυτά τα ζητήματα, αντιδρά.

Το είδαμε ξανά στο Καστελόριζο, με την τουρκική NAVTEX και την ελληνική αντι-NAVTEX. Το βλέπουμε στις συζητήσεις για τα θαλάσσια πάρκα. Το βλέπουμε στο καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου. Το βλέπουμε κάθε φορά που η θεωρητική διαφορά ακουμπά μια πραγματική δραστηριότητα πάνω στον χάρτη.

Άρα, ναι στον διάλογο. Αλλά χωρίς αυταπάτες.

Η ελληνική κοινή γνώμη δεν είναι ούτε πολεμοχαρής ούτε αφελής

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σημερινής συγκυρίας.

Οι Έλληνες δεν ζητούν πόλεμο. Αλλά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν θεωρεί την Τουρκία ένα απλό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής που λύθηκε επειδή δύο κυβερνήσεις κάθονται στο ίδιο τραπέζι.

Τον Ιούλιο, δημοσκόπηση της Pulse έδειξε ότι 56% των πολιτών θεωρούσαν τις σχέσεις με την Τουρκία σημαντική ή αρκετά σημαντική πηγή ανησυχίας.

Σε έρευνα της Alco τον Ιούνιο, η κοινωνία ήταν σχεδόν κομμένη στα δύο για τον κίνδυνο κλιμάκωσης στο Αιγαίο: 44% δήλωνε ότι φοβάται κλιμάκωση, 46% ότι δεν φοβάται.

Και σε νέα δημοσκόπηση της GPO που δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα, το 51,2% απάντησε ότι ανησυχεί πολύ ή αρκετά για το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου με την Τουρκία.

Αυτοί οι αριθμοί δεν περιγράφουν μια κοινωνία σε πανικό. Περιγράφουν μια κοινωνία σε εγρήγορση.

Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό.

Δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε την Τουρκία για να φοβίζουμε τους Έλληνες

Υπάρχει όμως και κάτι που προσωπικά με ενοχλεί βαθιά.

Τα εθνικά θέματα δεν μπορούν να γίνουν προεκλογικό εργαλείο.

Τις τελευταίες ημέρες η Τουρκία μπήκε ευθέως στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση, μέσα από δηλώσεις περί ακυβερνησίας και κινδύνου «από απέναντι». Το M24 παρουσίασε αναλυτικά αυτή τη συζήτηση στο ρεπορτάζ «Ντου από απέναντι» και φόβος ακυβερνησίας – Η Τουρκία μπήκε στο εκλογικό παιχνίδι.

Θα το πω καθαρά: θεωρώ λάθος να χρησιμοποιείται η Τουρκία για να τρομάξει ο ψηφοφόρος.

Η πολιτική σταθερότητα είναι σοβαρό ζήτημα. Η αμυντική ετοιμότητα επίσης. Αλλά η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με το υπονοούμενο ότι μια συγκεκριμένη εκλογική επιλογή είναι η μόνη που προστατεύει τη χώρα από εξωτερικό κίνδυνο.

Η Ελλάδα έχει κράτος, Ένοπλες Δυνάμεις, θεσμούς, διεθνείς συμμαχίες και συνέχεια εξωτερικής πολιτικής.

Η Τουρκία είναι υπαρκτή γεωπολιτική πρόκληση. Δεν πρέπει να μετατρέπεται σε κομματικό φόβητρο.

Ούτε όμως να κοροϊδευόμαστε: η ισχύς μετρά

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν εξίσου αφελές να πιστέψουμε ότι οι διεθνείς σχέσεις λειτουργούν μόνο με καλές προθέσεις και ωραίες διακηρύξεις.

Το διεθνές δίκαιο είναι κρίσιμο. Οι συμμαχίες είναι κρίσιμες. Η διπλωματία είναι αναντικατάστατη.

Αλλά όλα αυτά λειτουργούν καλύτερα όταν μια χώρα έχει ισχύ.

Στρατιωτική ισχύ. Οικονομική ισχύ. Ενεργειακή ισχύ. Τεχνολογική ισχύ. Διπλωματικά ερείσματα. Υποδομές. Συμμαχίες που έχουν πραγματικό περιεχόμενο και δεν υπάρχουν μόνο στα χαρτιά.

Η Ελλάδα έκανε τα τελευταία χρόνια σημαντικές κινήσεις στην άμυνά της. Η αναβάθμιση των F-16 σε Viper, η ένταξη στο πρόγραμμα F-35, οι νέες φρεγάτες και οι στρατηγικές συμφωνίες με χώρες όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ αλλάζουν την ισορροπία.

Αυτό δεν είναι πολεμοκαπηλία.

Είναι αποτροπή.

Και η αποτροπή έχει έναν απλό στόχο: να μην χρειαστεί ποτέ να πολεμήσεις.

Το Αιγαίο δεν είναι μόνο πολεμικά πλοία και μαχητικά

Υπάρχει και μια πλευρά της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης που συχνά χάνεται πίσω από τις δηλώσεις.

Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος είναι πλέον πεδίο ενεργειακών, ψηφιακών και εμπορικών υποδομών. Υποθαλάσσια καλώδια, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, δεδομένα, ναυτιλιακές διαδρομές και έρευνες δημιουργούν νέα συμφέροντα πάνω στην ίδια γεωγραφία.

Το M24 έχει ήδη αναδείξει στο θέμα «Το αόρατο μέτωπο κάτω από το Αιγαίο» ότι η θάλασσα δεν είναι πια μόνο ζήτημα συνόρων. Είναι και ζήτημα δικτύων, ενέργειας και στρατηγικής αυτονομίας.

Γι’ αυτό και κάθε διαφωνία αποκτά μεγαλύτερο βάρος. Δεν μιλάμε μόνο για χάρτες. Μιλάμε για το ποιος μπορεί να σχεδιάζει, να επενδύει και να κατασκευάζει σε μια περιοχή.

Ο διάλογος δεν είναι αδυναμία

Έχω ακούσει πολλές φορές το επιχείρημα ότι «με την Τουρκία δεν πρέπει να μιλάς».

Διαφωνώ.

Πρέπει να μιλάς περισσότερο, όχι λιγότερο.

Οι χώρες δεν κάνουν διάλογο επειδή συμφωνούν. Κάνουν διάλογο ακριβώς επειδή διαφωνούν.

Το λάθος δεν είναι να μιλάς με την Τουρκία. Το λάθος θα ήταν να μπαίνεις σε έναν διάλογο χωρίς να γνωρίζεις ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές σου.

Και εδώ η ελληνική θέση πρέπει να παραμένει απλή και κατανοητή: κυριαρχία δεν συζητείται. Η άμυνα των νησιών δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τρίτη χώρα. Για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ υπάρχει διεθνές δίκαιο και, εφόσον οι δύο πλευρές δεν συμφωνήσουν, υπάρχει και η δυνατότητα διεθνούς δικαιοδοσίας.

Αυτό δεν είναι «σκληρή» ή «μαλακή» πολιτική.

Είναι σοβαρή πολιτική.

Και οι Τούρκοι δεν είναι ο εχθρός

Θέλω να κάνω και μια διάκριση που θεωρώ απαραίτητη.

Άλλο η πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης και άλλο ο τουρκικός λαός.

Είναι εύκολο στις περιόδους έντασης να γενικεύουμε. Να μιλάμε για «τους Τούρκους» σαν να είναι δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι μία ενιαία φωνή.

Δεν είναι.

Οι κοινωνίες των δύο χωρών έχουν πολύ περισσότερα κοινά από όσα παραδέχονται μερικές φορές οι πολιτικές τους ηγεσίες. Τουρισμός, εμπόριο, μουσική, φαγητό, οικογενειακές μνήμες, καθημερινότητα. Ένας Έλληνας που περνά απέναντι και ένας Τούρκος που έρχεται σε ελληνικό νησί δεν συναντιούνται σαν στρατιώτες δύο αντίπαλων στρατών.

Συναντιούνται σαν άνθρωποι.

Και αυτό δεν είναι αφέλεια. Είναι ίσως η πιο ισχυρή άμυνα απέναντι στον εθνικισμό και στις δύο πλευρές.

Η ειρήνη χρειάζεται δύο — η αποτροπή χρειάζεται έναν

Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει σταθερά την ειρήνη. Όχι επειδή φοβάται τον πόλεμο, αλλά επειδή γνωρίζει τι σημαίνει.

Πρέπει να κρατά τους διαύλους ανοιχτούς. Να χτίζει συμμαχίες. Να επενδύει στην άμυνα. Να χρησιμοποιεί το διεθνές δίκαιο. Να μη δημιουργεί περιττές εντάσεις. Να μην απαντά σε κάθε τουρκική δήλωση με μια ελληνική κραυγή μεγαλύτερης έντασης.

Αλλά πρέπει ταυτόχρονα να είναι απόλυτα σαφής:

Η ειρήνη δεν αγοράζεται με κυριαρχία.

Δεν υπάρχει «ήρεμο Αιγαίο» αν η ηρεμία προϋποθέτει ότι η Ελλάδα θα φοβάται να ασκήσει δικαιώματα που θεωρεί δικά της. Δεν υπάρχει καλός διάλογος όταν ο ένας συνομιλητής προσέρχεται με την αντίληψη ότι ο άλλος θα συνηθίσει σταδιακά τις αξιώσεις του.

Αυτό, πιστεύω, λέει και η κοινωνία

Οι δημοσκοπήσεις έχουν ένα μήνυμα που ξεπερνά τα ποσοστά.

Ο Έλληνας πολίτης δεν θέλει να ξυπνά κάθε πρωί με τίτλους για πόλεμο στο Αιγαίο. Έχει ήδη αρκετά προβλήματα: ακρίβεια, μισθούς, στέγη, υγεία, καθημερινότητα.

Αλλά επίσης δεν θέλει να του λένε ότι «δεν συμβαίνει τίποτα» όταν ακούει τον Τούρκο πρόεδρο να μιλά ξανά για τα ελληνικά νησιά.

Αυτό που ζητά είναι κάτι πολύ πιο ώριμο:

ηρεμία χωρίς αφέλεια, διάλογο χωρίς υποχώρηση και ισχύ χωρίς πολεμική υστερία.

Αυτή θα έπρεπε να είναι, κατά τη γνώμη μου, και η εθνική γραμμή.

Το δικό μου συμπέρασμα

Δεν πιστεύω ότι αύριο το πρωί θα γίνει πόλεμος Ελλάδας–Τουρκίας.

Δεν πιστεύω όμως ούτε ότι τα προβλήματα λύθηκαν επειδή οι παραβιάσεις μειώθηκαν ή επειδή οι δύο ηγέτες μπορούν να ανταλλάσσουν χειραψίες μπροστά στις κάμερες.

Η πραγματική ασφάλεια δεν βρίσκεται ούτε στον πανικό ούτε στον εφησυχασμό.

Βρίσκεται στην αυτοπεποίθηση μιας χώρας που ξέρει τι υπερασπίζεται.

Μιας χώρας που συνομιλεί επειδή το επιλέγει, όχι επειδή πιέζεται. Που εξοπλίζεται για να μην πολεμήσει. Που εμπιστεύεται το διεθνές δίκαιο αλλά δεν αναθέτει σε κανέναν τρίτο την ίδια της την ασφάλεια. Που δεν μισεί τον γειτονικό λαό, αλλά δεν επιτρέπει και σε καμία κυβέρνηση απέναντι να θεωρεί ότι οι διαρκείς απειλές θα γίνουν κάποτε κανονικότητα.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να φωνάζει για να δείχνει ισχυρή.

Χρειάζεται να είναι ισχυρή ώστε να μπορεί να μιλά ήρεμα.

Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται να θυμάται κάτι που ισχύει για κάθε γειτονία και κάθε εποχή:

την ειρήνη τη χτίζουν δύο. Την αποτροπή, όμως, οφείλεις να μπορείς να την εξασφαλίσεις μόνος σου.


Γιώργος Ακρίτας
Ιδρυτής · Αρχισυντάκτης M24

Τεκμηρίωση