ΑΠΟΨΗ | Γιώργος Ακρίτας

Ακρίβεια και τιμές στα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα

Υπάρχουν δύο Ελλάδες που μπορούν να είναι αληθινές ταυτόχρονα.

Η μία είναι η Ελλάδα των οικονομικών δεικτών. Μια χώρα που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, έχει αφήσει πίσω της τα ποσοστά ανεργίας των πιο δύσκολων χρόνων της κρίσης, προσελκύει επενδύσεις και παρουσιάζει μια εικόνα μεγαλύτερης δημοσιονομικής σταθερότητας.

Και υπάρχει η άλλη Ελλάδα.

Η Ελλάδα που μπαίνει στο σούπερ μάρκετ και κοιτάζει πρώτα την τιμή και μετά το προϊόν. Η Ελλάδα που βλέπει το ενοίκιο, το ρεύμα, τα καύσιμα, τα τρόφιμα, το σχολείο και τις καθημερινές υποχρεώσεις να καταπίνουν τον μισθό πριν τελειώσει ο μήνας.

Αυτή η δεύτερη Ελλάδα είναι εκείνη που θα κρίνει τελικά και τη φετινή ΔΕΘ.

Όχι οι πίνακες. Όχι τα PowerPoint. Όχι οι πανηγυρικές ανακοινώσεις. Το πορτοφόλι.

Οι αριθμοί λένε μια ιστορία – η καθημερινότητα μια άλλη

Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ετήσιο πληθωρισμό 3,4% τον Ιούλιο του 2026. Είναι ένας αριθμός που έχει τη σημασία του. Δεν αρκεί όμως για να περιγράψει την πραγματική πίεση που αισθάνεται ένα νοικοκυριό.

Γιατί ο πολίτης δεν αγοράζει «γενικό δείκτη τιμών». Αγοράζει γάλα, κρέας, καφέ, απορρυπαντικό, σχολικά είδη. Πληρώνει ενοίκιο, ρεύμα, βενζίνη και λογαριασμούς. Και όταν αυτά έχουν ήδη ανέβει σημαντικά μέσα σε λίγα χρόνια, μια χαμηλότερη ταχύτητα αύξησης των τιμών δεν σημαίνει ότι οι προηγούμενες αυξήσεις εξαφανίστηκαν.

Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο χάσμα ανάμεσα στην οικονομική στατιστική και στην καθημερινή εμπειρία.

Ο πληθωρισμός μπορεί να υποχωρήσει από πολύ υψηλότερα επίπεδα στο 3,4%. Οι τιμές όμως δεν επιστρέφουν αυτομάτως εκεί που βρίσκονταν πριν από τέσσερα ή πέντε χρόνια. Απλώς συνεχίζουν να αυξάνονται πιο αργά.

Οι μειώσεις στα ράφια είναι θετικές – αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα

Από σήμερα τίθεται σε εφαρμογή η νέα πρωτοβουλία μείωσης τιμών, με περισσότερους από 1.660 κωδικούς προϊόντων να συμμετέχουν και με μέση μείωση γύρω στο 7%, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί.

Είναι μια θετική παρέμβαση. Οποιαδήποτε πραγματική μείωση στην τιμή βασικών προϊόντων είναι χρήσιμη για τον καταναλωτή.

Αλλά πρέπει να είμαστε καθαροί: δεν είναι η τελική απάντηση στην ακρίβεια.

Ο ίδιος ο αριθμός των προϊόντων ακούγεται εντυπωσιακός, όμως εκείνο που έχει σημασία για ένα νοικοκυριό είναι πόσο θα μειωθεί συνολικά ο λογαριασμός του στο τέλος της εβδομάδας και του μήνα.

Αν δέκα προϊόντα στο καλάθι κοστίζουν λιγότερο, αλλά το ενοίκιο, η ενέργεια, τα καύσιμα και οι υπηρεσίες συνεχίζουν να πιέζουν, το τελικό αποτέλεσμα παραμένει δύσκολο.

Η κυβέρνηση έχει επιχειρήματα – αλλά τώρα πρέπει να τα μετατρέψει σε εισόδημα

Θα ήταν λάθος να υποστηρίζει κανείς ότι η ελληνική οικονομία δεν έχει βελτιωθεί σε σημαντικούς δείκτες.

Το ίδιο λάθος όμως είναι να θεωρεί ότι αυτή η βελτίωση έχει φτάσει με τον ίδιο τρόπο σε κάθε σπίτι.

Ενόψει της ΔΕΘ, η κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα μεγάλο πακέτο παρεμβάσεων για το διαθέσιμο εισόδημα του 2027, με το συνολικό ύψος άμεσων και έμμεσων παρεμβάσεων να προσεγγίζει τα 4 δισ. ευρώ μαζί με ήδη νομοθετημένα μέτρα.

Αυτό είναι σημαντικό ποσό. Αλλά το πολιτικό τεστ δεν θα είναι το μέγεθος του πακέτου.

Το τεστ θα είναι πόσα από αυτά τα χρήματα θα μείνουν πραγματικά στην τσέπη μετά το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, το ρεύμα και τα καύσιμα.

Γιατί ένας πολίτης μπορεί να δει αύξηση στο ονομαστικό του εισόδημα και παρ' όλα αυτά να αισθάνεται φτωχότερος, αν το κόστος ζωής τρέχει γρηγορότερα από τη βελτίωση των αποδοχών του.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι η ακρίβεια έγινε «κανονικότητα»

Στην αρχή η ακρίβεια παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα έκτακτων γεγονότων. Πανδημία. Ενεργειακή κρίση. Πόλεμος. Διαταραχές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Όλα αυτά πράγματι επηρέασαν τις τιμές.

Όμως όταν μια υψηλότερη τιμή παραμένει για χρόνια, ο πολίτης σταματά να τη βλέπει ως προσωρινή κρίση.

Γίνεται η νέα πραγματικότητα.

Και αυτό είναι πολιτικά πολύ πιο επικίνδυνο.

Δεν υπάρχει πλέον η ψυχολογία του «θα περάσει». Υπάρχει η αίσθηση ότι αυτό είναι το νέο κόστος ζωής και ότι ο οικογενειακός προϋπολογισμός πρέπει να προσαρμοστεί μόνιμα προς τα κάτω.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι αν έχουμε ανάπτυξη – είναι ποιος την αισθάνεται

Η ανάπτυξη έχει νόημα όταν δημιουργεί καλύτερες δουλειές, υψηλότερες πραγματικές αποδοχές, περισσότερες ευκαιρίες και μεγαλύτερη ασφάλεια για τον πολίτη.

Αν το ΑΕΠ ανεβαίνει αλλά ο εργαζόμενος φοβάται έναν έκτακτο λογαριασμό των 300 ευρώ, τότε υπάρχει πρόβλημα μετάδοσης της ανάπτυξης στην κοινωνία.

Αν οι επενδύσεις αυξάνονται αλλά ένας νέος εργαζόμενος δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι χωρίς να δίνει το μισό του εισόδημα, υπάρχει πρόβλημα.

Αν αυξάνονται οι μισθοί αλλά μαζί αυξάνεται σχεδόν κάθε βασικό έξοδο, υπάρχει πρόβλημα.

Και αυτά τα προβλήματα δεν λύνονται με επικοινωνιακή διαχείριση.

Το επίδομα είναι χρήσιμο – αλλά δεν μπορεί να γίνει οικονομικό μοντέλο

Τα επιδόματα έχουν ρόλο. Σε περιόδους κρίσης μπορούν να προστατεύσουν ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Αλλά μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι κάθε τόσο ανακοινώνει ένα νέο βοήθημα για να καλύψει μια μόνιμη αδυναμία του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η πραγματική επιτυχία θα έρθει όταν μια οικογένεια δεν περιμένει κάθε Σεπτέμβριο να μάθει τι θα πάρει από τη ΔΕΘ.

Όταν ο εργαζόμενος μπορεί να πληρώνει τις υποχρεώσεις του από τον μισθό του.

Όταν ένας νέος μπορεί να φύγει από το πατρικό του χωρίς να χρειάζεται δύο μισθούς για ένα μικρό διαμέρισμα.

Όταν ένα ζευγάρι δεν αντιμετωπίζει την απόφαση να κάνει παιδί σαν οικονομικό ρίσκο.

Όταν ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν δουλεύει μόνο για φόρους, εισφορές, ενέργεια και λειτουργικά έξοδα.

Αυτό είναι πραγματική αύξηση του βιοτικού επιπέδου.

Και η αντιπολίτευση πρέπει να δώσει πραγματικές απαντήσεις

Η ευθύνη δεν τελειώνει στην κυβέρνηση.

Είναι εύκολο για την αντιπολίτευση να περιγράφει την ακρίβεια. Τη ζουν ήδη οι πολίτες και δεν χρειάζονται κάποιον να τους την εξηγήσει.

Το δύσκολο είναι να παρουσιάσει μια εφαρμόσιμη, κοστολογημένη πρόταση που θα αυξάνει το πραγματικό εισόδημα χωρίς να επιστρέφει τη χώρα στις εποχές που οι εύκολες υποσχέσεις πληρώνονταν αργότερα με πολύ βαρύτερο λογαριασμό.

Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά τα «λεφτά υπάρχουν» κάθε πολιτικής απόχρωσης.

Γι' αυτό χρειάζεται κάτι περισσότερο από τον συνηθισμένο καβγά: κυβέρνηση που να μην ωραιοποιεί την πραγματικότητα και αντιπολίτευση που να μην πουλά θαυματουργές λύσεις.

Η ΔΕΘ πρέπει να απαντήσει σε μία απλή ερώτηση

Κάθε κυβέρνηση αγαπά τους μεγάλους αριθμούς.

Δισεκατομμύρια επενδύσεων. Δισεκατομμύρια μέτρων. Ποσοστά ανάπτυξης. Ποσοστά ανεργίας. Δημοσιονομικά πλεονάσματα.

Ο πολίτης μετρά διαφορετικά.

Μετρά πόσα χρήματα έχει στις 25 του μήνα.

Μετρά πόσο του κοστίζει ένα γεμάτο καλάθι.

Μετρά πόσο ανέβηκε το ενοίκιο.

Μετρά αν μπορεί να πάει λίγες ημέρες διακοπές χωρίς να τις πληρώνει για μήνες.

Μετρά αν μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά του.

Μετρά αν ένα απρόοπτο έξοδο θα τινάξει τον προϋπολογισμό του στον αέρα.

Αυτή είναι η πραγματική οικονομία.

Η οικονομία κρίνεται τελικά στο σπίτι

Μπορούμε και πρέπει να συζητάμε για ανάπτυξη, επενδύσεις, εξαγωγές, δημοσιονομική σταθερότητα και αξιοπιστία της χώρας.

Όλα αυτά είναι σημαντικά.

Αλλά έχουν έναν τελικό σκοπό: να βελτιώνουν τη ζωή των ανθρώπων.

Όταν λοιπόν ένας δείκτης λέει «βελτίωση» και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας απαντά «δεν τη βλέπω», η σωστή πολιτική απάντηση δεν είναι να πεις στον πολίτη ότι κάνει λάθος.

Η σωστή απάντηση είναι να αναρωτηθείς γιατί η βελτίωση δεν έχει φτάσει ακόμη μέχρι εκείνον.

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της ΔΕΘ.

Και στο τέλος αυτό θα κρίνει πολύ περισσότερα από έναν ακόμη οικονομικό πίνακα.

Γιατί οι κυβερνήσεις μπορεί να κερδίζουν τις μάχες των αριθμών. Τις εκλογές όμως τις κερδίζουν — ή τις χάνουν — στην καθημερινότητα.

Γιώργος Ακρίτας


Πηγές

ΕΛΣΤΑΤ – Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, Ιούλιος 2026

ΕΡΤnews – Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών

Ναυτεμπορική – Πακέτο μέτρων ΔΕΘ για τη στήριξη εισοδημάτων