Η Βουλή των Ελλήνων στην Αθήνα και η πολιτική συζήτηση για ΔΕΘ 2026 μισθούς ακρίβεια και στεγαστικό

Γνώμη του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΚΡΙΤΑ | M24

Λίγες ημέρες πριν από τη ΔΕΘ 2026, η πολιτική συζήτηση επιστρέφει στο γνώριμο ελληνικό τελετουργικό: πόσα θα δοθούν, σε ποιους θα δοθούν, ποιοι θα κερδίσουν και ποιοι θα πουν ότι είναι λίγα. Μόνο που αυτή τη φορά το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο. Όχι πόσο μεγάλο θα είναι το πακέτο. Αλλά αν η Ελλάδα μπορεί επιτέλους να γίνει μια χώρα όπου ο άνθρωπος που εργάζεται κανονικά μπορεί και να ζει κανονικά.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πολιτικό ερώτημα που βρίσκεται πίσω από όλους τους αριθμούς, τις εξαγγελίες και τις δημοσκοπήσεις. Και είναι πολύ μεγαλύτερο από τη ΔΕΘ, τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το ΠΑΣΟΚ ή τις εκλογές του 2027.

Για χρόνια μετρήσαμε την πρόοδο με το ΑΕΠ, τα πρωτογενή πλεονάσματα, τις επενδύσεις, την ανεργία, τις αναβαθμίσεις της οικονομίας και την επιστροφή της χώρας σε μια στοιχειώδη δημοσιονομική κανονικότητα. Καλά κάναμε. Μια χώρα που πέρασε όσα πέρασε η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιφρονεί τη σταθερότητα.

Αλλά κάποια στιγμή έρχεται η ώρα για τη δεύτερη, δυσκολότερη ερώτηση:

Πότε η σταθερότητα γίνεται ζωή;

Η ΔΕΘ δεν μπορεί να είναι κάθε χρόνο μια τελετή «δώρων»

Η κυβέρνηση έχει ήδη δώσει το στίγμα της για τη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης: μεσαία τάξη, οικογένειες, συνεπείς φορολογούμενοι, μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Είναι απολύτως λογικό. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που κρατούν όρθια την οικονομία και ταυτόχρονα αισθάνονται συχνά ότι βρίσκονται σε μια μόνιμη ενδιάμεση ζώνη: ούτε αρκετά φτωχοί για να προστατεύονται συνεχώς, ούτε αρκετά εύποροι για να μη φοβούνται τον λογαριασμό του επόμενου μήνα.

Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική έχει εκπαιδευτεί εδώ και δεκαετίες να παρουσιάζει κάθε ανακούφιση σαν «παροχή». Λίγα ευρώ εδώ, μια μείωση φόρου εκεί, μια επιδότηση παραπέρα. Κάποιες από αυτές τις παρεμβάσεις είναι χρήσιμες και αναγκαίες. Θα ήταν άδικο να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο.

Αλλά ο εργαζόμενος δεν θέλει να αισθάνεται κάθε Σεπτέμβριο ότι περιμένει από έναν πρωθυπουργό να του ανακοινώσει πόσο θα ανακουφιστεί. Θέλει ένα οικονομικό σύστημα στο οποίο η αμοιβή της δουλειάς του να έχει ξανά πραγματική αγοραστική δύναμη.

Η μεγάλη πολιτική επιτυχία δεν είναι να μοιράζεις συνεχώς αντισταθμίσματα. Είναι να φτάσεις στο σημείο να χρειάζονται όλο και λιγότερο.

Ο κατώτατος μισθός των 950 ευρώ δεν είναι το τέλος της συζήτησης — είναι η αρχή

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι ο κατώτατος μισθός, που βρίσκεται σήμερα στα 920 ευρώ, μπορεί να ξεπεράσει τα 950 ευρώ πριν από τις εκλογές. Η κυβέρνηση επισημαίνει επίσης ότι ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έχει ήδη ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ.

Αυτά είναι πραγματικά στοιχεία και δεν χρειάζεται να τα μηδενίσουμε για να κάνουμε αντιπολίτευση. Οι μισθοί έπρεπε να ανέβουν και πρέπει να συνεχίσουν να ανεβαίνουν.

Αλλά εδώ αρχίζει η ουσιαστική κουβέντα.

Ένας μισθός δεν έχει αξία επειδή το νούμερό του έγινε μεγαλύτερο. Έχει αξία ανάλογα με το τι μπορεί να αγοράσει.

Τι σημαίνει 950 ή 1.000 ευρώ αν ένα σπίτι απορροφά το μισό εισόδημα; Τι σημαίνει αύξηση 50 ευρώ αν την ίδια ώρα ανεβαίνουν η στέγαση, οι μεταφορές, η ενέργεια και οι βασικές υπηρεσίες; Τι σημαίνει «βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος» για τον 30χρονο που εργάζεται κανονικά, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται τους γονείς του για να νοικιάσει ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα;

Η Ελλάδα χρειάζεται υψηλότερους μισθούς. Χρειάζεται όμως κάτι περισσότερο: χρειάζεται οι μισθοί να κερδίζουν τον αγώνα από το κόστος ζωής.

Το σπίτι έχει γίνει ο δεύτερος φόρος του Έλληνα

Αν υπάρχει ένα μέτωπο στο οποίο οι αριθμοί δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο για ωραιοποίηση, αυτό είναι η στέγη.

Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat για το 2024, τα ελληνικά νοικοκυριά αφιέρωναν κατά μέσο όρο περίπου το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους στη στέγαση — το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις πόλεις, σχεδόν τρεις στους δέκα κατοίκους βρίσκονταν σε κατάσταση υπερβολικού στεγαστικού κόστους, δηλαδή έδιναν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για το σπίτι.

Και η πίεση δεν σταμάτησε εκεί.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοίνωσε ότι στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,7% σε ετήσια βάση. Η Eurostat κατέγραψε για την Ελλάδα αύξηση των ενοικίων κατά 5% στο ίδιο τρίμηνο. Τον Ιούλιο του 2026, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ετήσια αύξηση 8,8% στην κατηγορία της στέγασης.

Δεν χρειάζεται οικονομικό διδακτορικό για να καταλάβει κανείς το πρόβλημα.

Όταν η στέγη τρέχει γρηγορότερα από το εισόδημα, η αύξηση του μισθού χάνει μεγάλο μέρος της αξίας της πριν ακόμη φτάσει στον τραπεζικό λογαριασμό.

Και αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι δημογραφικό. Είναι κοινωνικό. Είναι ζήτημα οικογένειας, ανεξαρτησίας των νέων, επαρχίας, παραγωγικότητας και τελικά εμπιστοσύνης στη χώρα.

Μια γενιά δεν φεύγει από το πατρικό της με κυβερνητικό δελτίο Τύπου

Μπορούμε να μιλάμε όσο θέλουμε για brain gain, επενδύσεις, επιστροφή νέων από το εξωτερικό και δημογραφική ανάκαμψη. Όλα αυτά θα μείνουν μισά αν ένας νέος εργαζόμενος δεν μπορεί να κάνει το πιο απλό πράγμα που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητο: να σταθεί στα πόδια του.

Να νοικιάσει σπίτι χωρίς να χρειάζεται εγγυητή τον πατέρα του. Να κάνει παιδί χωρίς να μετατρέπεται κάθε έξοδο σε οικονομική εξίσωση. Να μπορεί να αλλάξει δουλειά χωρίς τον φόβο ότι δύο μήνες χωρίς μισθό θα τον καταστρέψουν. Να αποταμιεύσει. Να σχεδιάσει.

Η πραγματική κοινωνική κινητικότητα αρχίζει από αυτή τη μικρή λέξη: προοπτική.

Και σήμερα πολλοί Έλληνες δεν αισθάνονται φτωχοί με την κλασική έννοια. Αισθάνονται εγκλωβισμένοι.

Δουλεύουν. Πληρώνουν. Είναι συνεπείς. Και παρ' όλα αυτά το επόμενο βήμα μοιάζει όλο και πιο μακριά.

Η μεσαία τάξη δεν θέλει να ζει με «επιστροφές»

Η φράση «στήριξη της μεσαίας τάξης» ακούγεται σχεδόν σε κάθε κυβερνητικό πρόγραμμα. Δικαίως. Αλλά πρέπει κάποτε να ορίσουμε τι σημαίνει πραγματικά.

Δεν είναι μόνο να επιστρέψεις ένα μέρος ενός φόρου. Δεν είναι μόνο να μειώσεις έναν συντελεστή. Δεν είναι μόνο μια έκτακτη ενίσχυση.

Μεσαία τάξη σημαίνει ο άνθρωπος που μπορεί να χρηματοδοτεί τη ζωή του από τη δουλειά του χωρίς να βρίσκεται συνεχώς μία βλάβη αυτοκινήτου, ένα οδοντιατρικό έξοδο ή μία αύξηση ενοικίου μακριά από την οικονομική ανασφάλεια.

Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, η ΔΕΘ πρέπει να αρχίσει να μετριέται διαφορετικά.

Όχι: «πόσα δισεκατομμύρια ήταν το πακέτο;»

Αλλά: «πόσα περισσότερα μένουν πραγματικά στην τσέπη ενός νοικοκυριού δώδεκα μήνες μετά;»

Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να μιλά για σταθερότητα — όχι όμως να σταματήσει εκεί

Θεωρώ λάθος την άποψη ότι στην Ελλάδα «τίποτα δεν έχει αλλάξει». Έχουν αλλάξει πράγματα. Η χώρα έχει ισχυρότερη δημοσιονομική θέση από τα χρόνια της κρίσης, έχει προσελκύσει επενδύσεις, έχει μειώσει την ανεργία, έχει προχωρήσει σε ψηφιακές αλλαγές που κάποτε θα έμοιαζαν επιστημονική φαντασία για το ελληνικό Δημόσιο.

Αυτά δεν πρέπει να διαγράφονται επειδή δεν ταιριάζουν σε ένα αντιπολιτευτικό αφήγημα.

Όμως και η κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί κάτι εξίσου σημαντικό: όσο περισσότερο κυβερνάς, τόσο λιγότερο μπορείς να συγκρίνεσαι με το χάος που παρέλαβες και τόσο περισσότερο συγκρίνεσαι με αυτό που υποσχέθηκες να γίνεις.

Το 2019 η σύγκριση με το χθες είχε τεράστια πολιτική δύναμη. Το 2026 η σύγκριση γίνεται πλέον με τις προσδοκίες που δημιούργησε η ίδια η κυβέρνηση.

Δεν αρκεί να πεις στον πολίτη ότι η χώρα πηγαίνει καλύτερα. Πρέπει να μπορεί να το αναγνωρίσει και στον δικό του λογαριασμό.

Και η αντιπολίτευση δεν μπορεί να ζήσει μόνο από την οργή

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια εξίσου εύκολη παγίδα: η αντιπολίτευση να πιστέψει ότι αρκεί να περιγράφει την κοινωνική πίεση για να γίνει αυτομάτως πειστική εναλλακτική.

Δεν αρκεί.

Είναι εύκολο να πεις ότι τα ενοίκια είναι υψηλά. Το δύσκολο είναι να εξηγήσεις πώς θα αυξηθεί πραγματικά η προσφορά κατοικιών. Είναι εύκολο να ζητήσεις υψηλότερους μισθούς. Το δύσκολο είναι να δείξεις πώς αυτοί θα χρηματοδοτούνται από παραγωγικότερες επιχειρήσεις χωρίς να εξαφανίζονται οι μικρότερες. Είναι εύκολο να ζητήσεις χαμηλότερους φόρους και ταυτόχρονα περισσότερες δημόσιες δαπάνες. Το δύσκολο είναι να παρουσιάσεις αριθμούς που στέκονται.

Ο πολίτης έχει κουραστεί τόσο από τον κυβερνητικό αυτοθαυμασμό όσο και από την αντιπολιτευτική καταστροφολογία.

Θέλει σχέδιο.

Τέσσερις εξετάσεις για οποιονδήποτε ζητήσει την ψήφο μας το 2027

Μπροστά στις εκλογές του 2027, θα ήθελα η πολιτική συζήτηση να φύγει από τα εύκολα συνθήματα και να περάσει σε τέσσερα πολύ συγκεκριμένα τεστ.

1. Μπορεί ο καθαρός μισθός να αυξάνεται ταχύτερα από το βασικό κόστος ζωής;

Όχι για έναν μήνα. Όχι λόγω μιας επιδότησης. Σταθερά, σε βάθος ετών.

2. Μπορεί η Ελλάδα να δημιουργήσει ξανά προσιτή κατοικία;

Με περισσότερη προσφορά, αξιοποίηση κλειστών ακινήτων, ταχύτερες διαδικασίες, σοβαρή κοινωνική κατοικία όπου χρειάζεται και κανόνες που δεν θα αλλάζουν κάθε έξι μήνες.

3. Μπορεί μια μικρή επιχείρηση να πληρώνει καλύτερα χωρίς να στραγγαλίζεται;

Αν θέλουμε ευρωπαϊκούς μισθούς, χρειαζόμαστε και ευρωπαϊκή παραγωγικότητα, επενδύσεις, τεχνολογία, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και κράτος που δεν μετατρέπει κάθε επαγγελματία σε λογιστή της γραφειοκρατίας.

4. Μπορεί το κράτος να αξίζει τα χρήματα που του πληρώνουμε;

Υγεία, Δικαιοσύνη, σχολείο, μεταφορές, ασφάλεια, πολιτική προστασία. Η φορολογία είναι πολύ πιο δύσκολο να γίνει αποδεκτή όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι μετά πρέπει να πληρώσει ξανά ιδιωτικά για βασικές υπηρεσίες.

Το πιο επικίνδυνο πράγμα δεν είναι η ακρίβεια — είναι η απώλεια πίστης στην πρόοδο

Η ακρίβεια αντιμετωπίζεται. Οι οικονομικοί κύκλοι αλλάζουν. Τα επιτόκια πέφτουν και ανεβαίνουν. Οι τιμές μπορούν να σταθεροποιηθούν.

Πολύ δυσκολότερα διορθώνεται κάτι άλλο: η πεποίθηση ότι όσο κι αν προσπαθήσεις, η ζωή σου δεν θα γίνει καλύτερη.

Όταν αυτή η ιδέα ριζώσει σε μια κοινωνία, η ζημιά είναι βαθύτερη από έναν κακό δείκτη πληθωρισμού. Ο νέος παραιτείται ή φεύγει. Ο εργαζόμενος σταματά να πιστεύει στην προσπάθεια. Ο επαγγελματίας λειτουργεί αμυντικά. Η οικογένεια αναβάλλει αποφάσεις. Και το πολιτικό σύστημα αρχίζει να γεμίζει με θυμό, κυνισμό και εύκολες υποσχέσεις.

Για αυτό η οικονομική πολιτική δεν είναι μόνο λογιστική.

Είναι πολιτική ελπίδας.

Δεν θέλω μια Ελλάδα που απλώς «αντέχει»

Ακούσαμε για χρόνια ότι η Ελλάδα άντεξε. Άντεξε τα μνημόνια. Άντεξε την πανδημία. Άντεξε την ενεργειακή κρίση. Άντεξε τον πληθωρισμό. Άντεξε φυσικές καταστροφές και διεθνείς αναταράξεις.

Είναι σημαντικό ότι άντεξε.

Αλλά μια χώρα δεν μπορεί να έχει ως μόνιμο εθνικό στόχο την αντοχή.

Πρέπει κάποτε να περάσουμε από το «αντέχω» στο «προχωράω».

Και το «προχωράω» δεν μετριέται μόνο στις μεγάλες επενδύσεις. Μετριέται όταν ένας εργαζόμενος μπορεί να πάει στο σούπερ μάρκετ χωρίς να κάνει νοερά αφαίρεση σε κάθε διάδρομο. Όταν ένα νέο ζευγάρι μπορεί να βρει σπίτι. Όταν μια οικογένεια μπορεί να σχεδιάσει δεύτερο παιδί. Όταν ο μικρός επαγγελματίας μπορεί να επενδύσει αντί απλώς να επιβιώνει.

Η ΔΕΘ 2026 πρέπει να είναι συμβόλαιο αποτελέσματος

Σε λίγες ημέρες θα ακουστούν αριθμοί. Μέτρα. Φορολογικοί συντελεστές. Ελαφρύνσεις. Επενδύσεις. Δισεκατομμύρια.

Ας τα ακούσουμε όλα.

Αλλά αυτή τη φορά ας κρατήσουμε και έναν δικό μας λογαριασμό.

Σε έναν χρόνο από σήμερα:

Θα είναι ευκολότερο να νοικιάσεις σπίτι;

Θα αγοράζει ο μισθός σου περισσότερα ή λιγότερα;

Θα έχεις περισσότερη ασφάλεια για την οικογένειά σου;

Θα μπορεί μια επιχείρηση να δώσει καλύτερο μισθό και να συνεχίσει να επενδύει;

Θα αισθάνεσαι ότι το κράτος λειτουργεί καλύτερα;

Αυτό πρέπει να είναι το συμβόλαιο.

Το 2027 δεν θα κριθεί στη ΔΕΘ — θα κριθεί στο τέλος κάθε μήνα

Οι εκλογές, όταν έρθουν, θα παρουσιαστούν ως μεγάλη σύγκρουση προσώπων, κομμάτων και στρατηγικών. Θα ακουστούν διλήμματα για σταθερότητα, αλλαγή, προοδευτική διακυβέρνηση, αυτοδυναμία, συνεργασίες.

Όλα έχουν πολιτική σημασία.

Αλλά πιστεύω ότι βαθύτερα ο πολίτης θα κάνει έναν πολύ απλούστερο υπολογισμό:

«Η ζωή μου έχει γίνει πιο ασφαλής και πιο ελεύθερη ή απλώς ακριβότερη;»

Αυτό είναι το πραγματικό δημοψήφισμα.

Η κυβέρνηση θα κριθεί για το αν μπόρεσε να μετατρέψει τη σταθερότητα σε ευημερία που φαίνεται. Η αντιπολίτευση θα κριθεί για το αν κατάφερε να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε αξιόπιστη πρόταση.

Και όλοι θα κριθούν από το αν κατάλαβαν κάτι που η κοινωνία γνωρίζει ήδη:

ο Έλληνας δεν ζητά να του χαρίσουν μια ζωή. Ζητά να μπορεί να τη χτίσει.

Η Ελλάδα που αξίζει να διεκδικήσουμε

Δεν με ενδιαφέρει μια χώρα στην οποία κάθε κυβέρνηση θα πανηγυρίζει επειδή έδωσε λίγο περισσότερα και κάθε αντιπολίτευση θα πανηγυρίζει επειδή απέδειξε ότι δεν ήταν αρκετά.

Με ενδιαφέρει μια Ελλάδα στην οποία ένας φυσιολογικός μισθός θα πληρώνει ένα φυσιολογικό σπίτι, θα αφήνει χώρο για οικογένεια, λίγη αποταμίευση, ένα ταξίδι, μια δύσκολη στιγμή.

Μια Ελλάδα όπου το να δουλεύεις δεν θα σημαίνει απλώς ότι δεν πεινάς.

Θα σημαίνει ότι προχωράς.

Αν η ΔΕΘ 2026 ανοίξει πραγματικά αυτή τη συζήτηση, θα έχει μεγαλύτερη αξία από οποιοδήποτε πακέτο δισεκατομμυρίων.

Αν όχι, θα έχουμε ζήσει άλλη μία έκθεση αριθμών.

Και ο πολίτης, όταν κλείσουν τα φώτα της Θεσσαλονίκης, θα επιστρέψει εκεί όπου κρίνονται τελικά όλες οι κυβερνήσεις:

στο σπίτι, στον λογαριασμό, στον μισθό — και στην ελπίδα ότι ο επόμενος μήνας μπορεί να είναι λίγο καλύτερος από τον προηγούμενο.

Γιώργος Ακρίτας
Ιδρυτής & Αρχισυντάκτης Mosaiko24

Πηγές / τεκμηρίωση

ΑΠΕ-ΜΠΕ — Το στίγμα των εξαγγελιών για τη ΔΕΘ 2026, 29 Αυγούστου 2026

Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας — Κόστος ζωής, μισθοί και κυβερνητικές παρεμβάσεις, 10 Ιουλίου 2026

Τράπεζα της Ελλάδος — Δείκτες τιμών οικιστικών ακινήτων, α΄ τρίμηνο 2026

Eurostat — House prices and rents continued to rise in Q1 2026

Eurostat — Housing in Europe 2025: housing cost burden and disposable income

ΕΛΣΤΑΤ — Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, Ιούλιος 2026

Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας — Πρόγραμμα ενόψει της 90ής ΔΕΘ, 26 Αυγούστου 2026

Κεντρική φωτογραφία — NikosLikomitros / Wikimedia Commons, CC0