Η χώρα μπαίνει στην τελική ευθεία προς τις εκλογές του 2027 με μια κυβέρνηση που παραμένει πρώτη, μια αντιπολίτευση που ανασυντάσσεται, βαριές υποθέσεις που δοκιμάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και μια κοινωνία που ζητά κάτι πολύ περισσότερο από νέα συνθήματα: απόδειξη ότι η Δημοκρατία μπορεί ακόμη να παράγει λογοδοσία, δικαιοσύνη και αποτέλεσμα.

Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε προεκλογική περίοδο — ακόμη κι αν οι κάλπες αργούν
Τυπικά, η χώρα δεν βρίσκεται ακόμη σε εκλογική αναμέτρηση. Πολιτικά όμως, η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Ο πρωθυπουργός έχει τοποθετήσει τις εθνικές εκλογές στην άνοιξη του 2027, πριν από την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα την 1η Ιουλίου. Από τη στιγμή που αυτός ο ορίζοντας μπήκε δημόσια στο τραπέζι, σχεδόν κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία, κάθε κίνηση της αντιπολίτευσης και κάθε κοινωνική σύγκρουση διαβάζεται πλέον μέσα από τον φακό της επόμενης κάλπης.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Η Δημοκρατία ζει από τη σύγκρουση προγραμμάτων και από τον έλεγχο της εξουσίας. Γίνεται όμως επικίνδυνο όταν η πολιτική παύει να λύνει προβλήματα και αρχίζει απλώς να τα χρησιμοποιεί. Όταν η ακρίβεια μετατρέπεται σε επικοινωνιακό όπλο, η Δικαιοσύνη σε κομματικό επιχείρημα, οι θεσμοί σε πεδίο τακτικής και οι εθνικές προκλήσεις σε σκηνικό για κομματικές φωτογραφίες, τότε ο πολίτης δεν βλέπει πολιτική. Βλέπει παράσταση.
Και η ελληνική κοινωνία έχει αρχίσει να δείχνει ότι κουράστηκε από την παράσταση.
Η κυβέρνηση: ισχύς χωρίς λευκή επιταγή
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διαθέτει το σημαντικότερο πολιτικό πλεονέκτημα: παραμένει η πρώτη δύναμη στις μετρήσεις και η κυβέρνηση διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων. Αυτό είναι πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η χώρα δεν βρίσκεται σε καθεστώς κυβερνητικής κατάρρευσης, ούτε υπάρχει σήμερα ένας ενιαίος αντίπαλος πόλος που να έχει επιβάλει καθαρά την εικόνα εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Όμως το προβάδισμα δεν ισοδυναμεί με εμπιστοσύνη χωρίς όρους. Η κυβέρνηση μπαίνει στο τελευταίο κομμάτι της δεύτερης θητείας της με ένα πολύ πιο βαρύ φορτίο από εκείνο που είχε όταν επανεξελέγη το 2023. Το βάρος αυτό δεν προέρχεται από ένα μόνο γεγονός. Είναι συσσωρευτικό. Ακρίβεια. Στέγαση. Δημόσιες υπηρεσίες. Υποδομές. Φυσικές καταστροφές. Θεσμικές αντιπαραθέσεις. Υποθέσεις που εξελίσσονται στη Δικαιοσύνη. Και, πάνω απ’ όλα, η αίσθηση ενός τμήματος της κοινωνίας ότι η πολιτική λογοδοσία δεν κινείται πάντα με την ταχύτητα και την καθαρότητα που απαιτούν οι περιστάσεις.
Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να επικαλείται όσα θεωρεί επιτεύγματα: ανάπτυξη, αποκλιμάκωση της ανεργίας σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, επενδύσεις, ψηφιοποίηση του κράτους, μεταρρυθμίσεις, ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας. Αυτά είναι τμήμα του πραγματικού απολογισμού. Αλλά η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τους μακροοικονομικούς δείκτες. Κρίνεται και από το αν ο πολίτης νιώθει ότι ο μισθός του αντέχει μέχρι το τέλος του μήνα, ότι το κράτος λειτουργεί όταν το χρειάζεται, ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι όταν κάτι πάει δραματικά στραβά, κανείς δεν κρύβεται πίσω από διαδικασίες.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη δοκιμασία του Μεγάρου Μαξίμου. Όχι στο να αποδείξει ότι έχει αντιπάλους. Αυτό είναι αυτονόητο σε μια δημοκρατία. Αλλά στο να αποδείξει ότι εξακολουθεί να έχει πολιτική νομιμοποίηση πέρα από την αριθμητική υπεροχή.
Τέμπη: η πληγή που αρνείται να γίνει «παρελθόν»
Η τραγωδία των Τεμπών παραμένει ένα από τα πιο καθοριστικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Όχι μόνο επειδή χάθηκαν 57 άνθρωποι. Αλλά επειδή γύρω από την υπόθεση συγκεντρώθηκαν όλα όσα φοβάται ο πολίτης όταν σκέφτεται το κράτος: χρόνια αμέλεια, αδύναμες υποδομές, ευθύνες που διαχέονται, αργές διαδικασίες και μια διαρκής μάχη γύρω από το ποιος γνώριζε, ποιος αποφάσισε και ποιος τελικά λογοδοτεί.
Η υπόθεση έχει περάσει πλέον βαθιά στο πεδίο της Δικαιοσύνης, ενώ οι δικαστικές και κοινοβουλευτικές εξελίξεις γύρω από πρόσωπα και χειρισμούς συνεχίζουν να βαραίνουν το πολιτικό κλίμα. Η κυβέρνηση απορρίπτει τις κατηγορίες περί συγκάλυψης. Συγγενείς θυμάτων και πολιτικοί αντίπαλοι επιμένουν ότι η πολιτική ευθύνη δεν έχει εξαντληθεί. Αυτή η σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί με τηλεοπτικές ατάκες.
Το κρίσιμο είναι άλλο: η Δημοκρατία οφείλει να αφήσει τη Δικαιοσύνη να φτάσει μέχρι το τέλος, χωρίς σκιές, χωρίς κομματικές παρεμβάσεις, χωρίς εύκολες προεξοφλήσεις αθωότητας ή ενοχής. Τα Τέμπη δεν πρέπει να γίνουν ούτε κομματικό λάβαρο ούτε υπόθεση που «κουράστηκε» η κοινωνία να ακούει. Είναι τεστ κρατικής αξιοπιστίας.
ΟΠΕΚΕΠΕ: όταν το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποινικό αλλά πολιτικό
Η έρευνα για τις αγροτικές επιδοτήσεις και τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχει αποκτήσει διαστάσεις που ξεπερνούν την τυπική ειδησεογραφία ενός οικονομικού σκανδάλου. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει προχωρήσει σε βαριές ενέργειες στο πλαίσιο της έρευνας για φερόμενη οργανωμένη απάτη με ευρωπαϊκά αγροτικά κονδύλια, ενώ η υπόθεση αγγίζει ενεργούς βουλευτές, πρώην υψηλόβαθμους αξιωματούχους και πολιτικά στελέχη. Παράλληλα, έχουν υπάρξει καταδίκες σε άλλη υπόθεση παράνομων αγροτικών ενισχύσεων.
Εδώ χρειάζεται απόλυτη ακρίβεια: κατηγορία δεν σημαίνει ενοχή. Η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας ισχύει για όλους. Ακριβώς γι’ αυτό όμως η πολιτική συζήτηση πρέπει να ανέβει επίπεδο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιο φυσικό πρόσωπο θα καταδικαστεί ή θα αθωωθεί. Το βαθύτερο ερώτημα είναι πώς ένα σύστημα διαχείρισης δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος μπορούσε να εμφανίζει επαναλαμβανόμενες αδυναμίες, στρεβλώσεις ή παράθυρα εκμετάλλευσης.
Αν το πολιτικό σύστημα περιοριστεί στη μάχη «δικοί σας – δικοί μας», θα έχει χάσει ξανά την ουσία. Ο πραγματικός στόχος πρέπει να είναι θεσμικός: έλεγχος, ψηφιακή διασταύρωση, διαφάνεια, λογοδοσία, επιστροφή χρημάτων όπου αποδεικνύεται απάτη και ένα σύστημα επιδοτήσεων που υπηρετεί τον πραγματικό παραγωγό και όχι τον καλύτερα δικτυωμένο.
Η αντιπολίτευση δεν έχει πια το άλλοθι της αδυναμίας
Για χρόνια, μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης επένδυσε στην αποτυχία της κυβέρνησης περισσότερο απ’ όσο επένδυσε στη δική του αξιοπιστία. Αυτό το μοντέλο έφτασε στα όριά του. Ο ψηφοφόρος δεν αρκείται πια στην καταγγελία. Ζητά απάντηση στο επόμενο ερώτημα: «Και εσείς τι θα κάνατε;»
Το 2026 η πολιτική γεωγραφία έχει αλλάξει. Η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό σχηματισμό αναδιατάσσει τον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Η είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην κομματική πολιτική μεταφέρει ένα κομμάτι της κοινωνικής οργής και της απαίτησης για λογοδοσία μέσα στο εκλογικό πεδίο. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αντιμέτωπο με το σκληρότερο ερώτημα της στρατηγικής του: αν μπορεί να γίνει πειστικός κυβερνητικός πόλος και όχι απλώς ιστορικό κόμμα με σταθερή παρουσία.
Οι δημοσκοπήσεις της περιόδου επιβεβαιώνουν τη ρευστότητα. Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, όμως πίσω της το τοπίο έχει ανασυνταχθεί, με τον νέο σχηματισμό του Αλέξη Τσίπρα να διεκδικεί τη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ να πιέζεται. Παράλληλα, νέες ή αντισυστημικές επιλογές δείχνουν ότι υπάρχει εκλογικό ακροατήριο που δεν νιώθει ότι εκπροσωπείται επαρκώς από την παραδοσιακή κομματική δομή.
Αυτό δεν είναι απλώς πρόβλημα της αντιπολίτευσης. Είναι σήμα για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Όταν οι πολίτες αναζητούν συνεχώς «κάτι άλλο», η ερώτηση δεν είναι γιατί ο ψηφοφόρος έγινε ασταθής. Η ερώτηση είναι γιατί τα κόμματα έπαψαν να του προσφέρουν σταθερούς λόγους εμπιστοσύνης.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση αποκάλυψε το μεγαλύτερο ελληνικό έλλειμμα: τη συναίνεση
Στα τέλη Ιουλίου, η Βουλή ολοκλήρωσε την πρώτη φάση της διαδικασίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Δεκάδες διατάξεις πέρασαν στην επόμενη φάση, όμως καμία από τις βασικές προτάσεις δεν συγκέντρωσε την αυξημένη πλειοψηφία των 180 ψήφων. Ανάμεσα στα ζητήματα που βρέθηκαν στο επίκεντρο ήταν η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, η ποινική ευθύνη υπουργών, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και η μονιμότητα στο Δημόσιο.
Η ουσία δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με κάθε πρόταση. Σε μια Δημοκρατία αυτό είναι φυσιολογικό. Η ουσία είναι ότι η χώρα αντιμετωπίζει θεσμικά ζητήματα δεκαετιών και τα κόμματα εξακολουθούν να δυσκολεύονται να οικοδομήσουν έστω έναν ελάχιστο κοινό τόπο.
Δεν χρειάζεται «συναίνεση για όλα». Αυτό θα ήταν πολιτικά αφύσικο. Χρειάζεται όμως συναίνεση για τους κανόνες του παιχνιδιού: πώς ελέγχεται η εξουσία, πώς λογοδοτούν οι υπουργοί, πώς διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, πώς αξιολογείται το κράτος, πώς προστατεύεται ο πολίτης από την αυθαιρεσία. Αν ούτε εκεί μπορεί να υπάρξει κοινός τόπος, τότε η θεσμική μεταρρύθμιση κινδυνεύει να γίνει ακόμη ένα επεισόδιο κομματικής σύγκρουσης.
Ακρίβεια: ο πιο αμείλικτος αντίπαλος κάθε κυβέρνησης
Η πολιτική συζήτηση μπορεί να καταναλώνεται σε σκάνδαλα, πρόσωπα και στρατηγικές. Ο πολίτης όμως συχνά ψηφίζει με πολύ πιο απλό κριτήριο: αν ζει καλύτερα ή χειρότερα. Και εκεί η ακρίβεια παραμένει καταλύτης.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν ετήσιο πληθωρισμό 3,4% τον Ιούλιο του 2026, ενώ η ανεργία βρισκόταν στο 8,0% τον Ιούνιο. Οι αριθμοί λένε μια σύνθετη ιστορία: από τη μία, η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί σε σχέση με τα χρόνια της μεγάλης κρίσης. Από την άλλη, η πίεση στο κόστος ζωής εξακολουθεί να διαβρώνει την αγοραστική δύναμη και να μετατρέπει κάθε επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, κάθε ενοίκιο, κάθε λογαριασμό και κάθε μετακίνηση σε πολιτική εμπειρία.
Η κυβέρνηση προετοιμάζει νέα μέτρα ενόψει της ΔΕΘ και υποστηρίζει ότι θα είναι κοστολογημένα και στοχευμένα. Η αντιπολίτευση αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής και μιλά για κοινωνία που δεν βλέπει την ανάπτυξη στην τσέπη της. Το κρίσιμο τεστ θα είναι πρακτικό και όχι ρητορικό: αν οι πολίτες αισθανθούν πραγματική βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Γιατί στο τέλος, κανένα επικοινωνιακό αφήγημα δεν νικά για πολύ το ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Κράτος δικαίου: το πεδίο όπου η Ελλάδα δεν έχει περιθώριο για αυτάρεσκες απαντήσεις
Η συζήτηση για το κράτος δικαίου έχει γίνει τα τελευταία χρόνια ένα από τα πιο πολωμένα θέματα στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση προβάλλει μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, θεσμικές αλλαγές και νομοθετικές παρεμβάσεις. Επικριτές της, οργανώσεις, δημοσιογραφικοί φορείς και πολιτικοί αντίπαλοι επισημαίνουν προβλήματα που αφορούν την ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, την ανεξαρτησία των θεσμών, την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, τις παρακολουθήσεις και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών κατά της διαφθοράς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να αξιολογεί την Ελλάδα, όπως όλα τα κράτη-μέλη, μέσα από την ετήσια έκθεση για το κράτος δικαίου, εξετάζοντας τέσσερις κρίσιμους άξονες: σύστημα Δικαιοσύνης, πλαίσιο κατά της διαφθοράς, ελευθερία και πολυφωνία των μέσων και θεσμικά αντίβαρα.
Το λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστεί αυτή η συζήτηση σαν αγώνας εθνικού γοήτρου. Το κράτος δικαίου δεν είναι «καλή» ή «κακή» βαθμολογία για μια κυβέρνηση. Είναι η καθημερινή βεβαιότητα του πολίτη ότι δεν χρειάζεται γνωριμία για να βρει το δίκιο του, ότι η εξουσία ελέγχεται, ότι η πληροφορία δεν χειραγωγείται, ότι οι δημοσιογράφοι μπορούν να ερευνούν και ότι η Δικαιοσύνη δεν μετρά διαφορετικά το ίδιο αδίκημα ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί της.
Η μεγάλη απουσία από την πολιτική: το σχέδιο δεκαετίας
Η Ελλάδα έχει ένα χρόνιο πρόβλημα: συζητά διαρκώς για την επόμενη εβδομάδα και σπάνια για την επόμενη δεκαετία. Όμως τα πραγματικά προβλήματα της χώρας δεν χωρούν σε έναν εκλογικό κύκλο.
Το δημογραφικό δεν λύνεται με ένα επίδομα. Η στεγαστική κρίση δεν λύνεται με μία εξαγγελία. Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται με δελτία Τύπου. Η περιφερειακή εγκατάλειψη δεν αναστρέφεται με περιοδείες. Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με περισσότερα εναέρια μέσα κάθε καλοκαίρι. Η Παιδεία δεν μεταρρυθμίζεται με μία ακόμη αλλαγή εξεταστικού συστήματος. Η Υγεία δεν σώζεται μόνο με προσλήψεις αν δεν αλλάξει και η οργάνωση. Η Δικαιοσύνη δεν γίνεται ταχύτερη επειδή όλοι συμφωνούν ότι είναι αργή.
Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο θα έπρεπε να συγκρουστούν πραγματικά κυβέρνηση και αντιπολίτευση: ποιο μοντέλο χώρας θέλουν για το 2035. Ποια παραγωγή. Ποιο κράτος. Ποιο φορολογικό σύστημα. Ποια δημόσια διοίκηση. Ποια σχέση κέντρου και περιφέρειας. Ποια ενεργειακή στρατηγική. Ποια πολιτική για τους νέους που φεύγουν και για εκείνους που σκέφτονται να επιστρέψουν.
Αν οι εκλογές του 2027 γίνουν άλλη μία μάχη προσώπων, φόβου και συνθημάτων, η χώρα θα χάσει ακόμη έναν κύκλο.
Το πολιτικό σύστημα πρέπει να φοβηθεί περισσότερο την αποχή παρά τον αντίπαλο
Τα κόμματα συχνά διαβάζουν την πολιτική μέσα από ποσοστά: ποιος ανεβαίνει, ποιος πέφτει, ποιος μπαίνει στη Βουλή, ποιος κινδυνεύει να μείνει εκτός. Όμως η πιο επικίνδυνη μεταβολή δεν βρίσκεται πάντα ανάμεσα στα κόμματα. Βρίσκεται ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία.
Όταν ο πολίτης πάψει να πιστεύει ότι η ψήφος μπορεί να αλλάξει κάτι, η Δημοκρατία δεν χάνει απλώς συμμετοχή. Χάνει νομιμοποίηση. Όταν ο νέος αντιμετωπίζει την πολιτική σαν κλειστό επάγγελμα, όταν ο εργαζόμενος θεωρεί ότι όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τη ζωή του, όταν ο μικρός επαγγελματίας βλέπει το κράτος μόνο ως φοροεισπρακτικό μηχανισμό και όταν ο κάτοικος της περιφέρειας νιώθει αόρατος, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι δημοκρατικό.
Η αποχή δεν είναι πάντα αδιαφορία. Πολλές φορές είναι θυμός χωρίς διεύθυνση. Και το πολιτικό σύστημα κάνει τεράστιο λάθος όταν θεωρεί ότι αυτός ο θυμός θα μείνει για πάντα σπίτι.
Τι οφείλει να κάνει η κυβέρνηση μέχρι τις κάλπες
Η κυβέρνηση δεν χρειάζεται άλλα μεγάλα λόγια. Χρειάζεται μετρήσιμα αποτελέσματα. Να μειώσει πραγματικά το κόστος ζωής. Να αποδείξει ότι οι δημόσιες υποδομές είναι ασφαλείς. Να αφήσει όλες τις ανοιχτές υποθέσεις να διερευνηθούν χωρίς ίχνος προστατευτισμού. Να κλείσει θεσμικές τρύπες πριν γίνουν νέα σκάνδαλα. Να προχωρήσει αλλαγές που θα επιβιώσουν μετά τις εκλογές και όχι μόνο εξαγγελίες που λήγουν μαζί με την προεκλογική περίοδο.
Το σημαντικότερο: να πάψει να αντιμετωπίζει κάθε κριτική ως απόδειξη εχθρότητας. Μια κυβέρνηση που νιώθει ισχυρή δεν φοβάται τον έλεγχο. Τον χρησιμοποιεί για να διορθώνεται.
Τι οφείλει να κάνει η αντιπολίτευση
Η αντιπολίτευση, παλιά και νέα, πρέπει να εγκαταλείψει την εύκολη βεβαιότητα ότι η φθορά της κυβέρνησης θα μετατραπεί αυτόματα σε δική της άνοδο. Δεν λειτουργεί έτσι η πολιτική. Η αγανάκτηση δεν είναι πρόγραμμα. Η καταγγελία δεν είναι σχέδιο. Η ηθική υπεροχή δεν αυτοανακηρύσσεται· αποδεικνύεται με συμπεριφορά, στελέχη, προτάσεις και συνέπεια.
Όποιος ζητά να κυβερνήσει την Ελλάδα το 2027 πρέπει να απαντήσει με αριθμούς και χρονοδιάγραμμα: τι θα κάνει για τους φόρους, την Υγεία, την Παιδεία, το στεγαστικό, την ενέργεια, το δημογραφικό, την ασφάλεια, τη μετανάστευση, τις συντάξεις, το Δημόσιο, τη Δικαιοσύνη, την εξωτερική πολιτική και την άμυνα. Και κυρίως, πώς θα τα πληρώσει.
Η εποχή του «θα τα αλλάξουμε όλα» χωρίς λογαριασμό έχει τελειώσει. Η ελληνική κοινωνία πλήρωσε πολύ ακριβά την εποχή των εύκολων υποσχέσεων για να την ξαναζήσει αφελώς.
Η Ελλάδα του 2027 δεν χρειάζεται σωτήρες — χρειάζεται σοβαρό κράτος
Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο συμπέρασμα. Η χώρα δεν χρειάζεται άλλον έναν «μεγάλο αρχηγό» που θα υποσχεθεί ότι μόνος του θα καθαρίσει το τοπίο. Δεν χρειάζεται νέο κύκλο προσωπολατρίας. Δεν χρειάζεται πολιτική ως οπαδικό πρωτάθλημα.
Χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν ακόμη και όταν ο λάθος άνθρωπος βρίσκεται στην εξουσία. Χρειάζεται κανόνες που δεν αλλάζουν ανάλογα με το ποιος κυβερνά. Χρειάζεται δημόσια διοίκηση που θυμάται τη δουλειά της μετά τον ανασχηματισμό. Χρειάζεται Δικαιοσύνη που δεν μετρά τον πολιτικό χρόνο. Χρειάζεται ενημέρωση που δεν λειτουργεί ως κομματικό υποκατάστημα. Χρειάζεται αντιπολίτευση που ελέγχει αλλά και προτείνει. Χρειάζεται κυβέρνηση που αποφασίζει αλλά και λογοδοτεί.
Και αυτή δεν θεραπεύεται με διαφημιστικές καμπάνιες, viral βίντεο, κομματικά hashtags ή επιδοματικές εξαγγελίες της τελευταίας στιγμής. Θεραπεύεται μόνο όταν ο πολίτης βλέπει ότι ο νόμος ισχύει, το κράτος λειτουργεί, η αλήθεια δεν φοβάται την έρευνα και η πολιτική αναλαμβάνει το κόστος των αποφάσεών της.
Ο βαρύς πέλεκυς της κάλπης
Στην τελική ευθεία προς το 2027, όλοι θα επιχειρήσουν να πείσουν ότι οι εκλογές είναι η μεγάλη μάχη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους κόσμους. Ίσως. Αλλά για εκατομμύρια πολίτες η επιλογή θα είναι πιο γήινη: ποιος εμπνέει περισσότερη ασφάλεια χωρίς αλαζονεία, περισσότερη δικαιοσύνη χωρίς ρεβανσισμό, περισσότερη ανάπτυξη χωρίς να αφήνει πίσω την κοινωνία, περισσότερη θεσμική σοβαρότητα χωρίς να κρύβεται πίσω από τους θεσμούς.
Η κυβέρνηση θα κριθεί για όσα έκανε και για όσα δεν έκανε. Η αντιπολίτευση θα κριθεί για το αν μπορεί να γίνει κυβέρνηση και όχι απλώς αντίπαλος. Τα νέα κόμματα θα κριθούν για το αν μετατρέπουν την κοινωνική οργή σε σοβαρή πολιτική πρόταση ή αν απλώς την εκμεταλλεύονται. Και όλοι μαζί θα κριθούν για κάτι μεγαλύτερο: αν κατάλαβαν ότι η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα που συγχωρεί επ’ άπειρον την πολιτική ανευθυνότητα.
Ο βαρύς πέλεκυς δεν πρέπει να πέσει πάνω σε ένα κόμμα. Πρέπει να πέσει πάνω σε μια πολιτική κουλτούρα που έμαθε να θεωρεί φυσιολογικά την ατιμωρησία, την υπερβολή, την πόλωση, την αναξιοκρατία, τη μεταφορά ευθύνης και τη μόνιμη υποτίμηση της νοημοσύνης του πολίτη.
Αν το 2027 γίνει η χρονιά που η πολιτική ξανασυναντήσει τη σοβαρότητα, η χώρα θα έχει κερδίσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια κυβερνητική αλλαγή ή μια κυβερνητική επανεκλογή. Θα έχει κερδίσει την πιθανότητα να εμπιστευτεί ξανά τον εαυτό της.
Αν όχι, τότε οι κάλπες θα βγάλουν νικητές και ηττημένους — αλλά η Δημοκρατία θα έχει χάσει άλλο ένα κομμάτι από το κεφάλαιο εμπιστοσύνης που δεν είναι ανεξάντλητο.
Συχνές ερωτήσεις για την πολιτική ζωή στην Ελλάδα το 2026
Πότε αναμένονται οι επόμενες εθνικές εκλογές στην Ελλάδα;
Ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027, πριν από την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα την 1η Ιουλίου 2027.
Ποιο είναι σήμερα το βασικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας;
Πέρα από την οικονομία και την καθημερινότητα, η βαθύτερη πρόκληση είναι η κρίση εμπιστοσύνης: η απόσταση ανάμεσα στους πολίτες, τα κόμματα και τους θεσμούς.
Γιατί τα Τέμπη παραμένουν κεντρικό πολιτικό ζήτημα;
Επειδή η τραγωδία συνδέθηκε στη δημόσια συζήτηση όχι μόνο με την ασφάλεια των σιδηροδρόμων αλλά και με ζητήματα κρατικής λειτουργίας, λογοδοσίας, πολιτικής ευθύνης και εμπιστοσύνης στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Γιατί η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ έχει πολιτική βαρύτητα;
Επειδή οι έρευνες για ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις αγγίζουν δημόσιους λειτουργούς και πολιτικά πρόσωπα και θέτουν ερωτήματα για την ποιότητα των ελέγχων, τη διαχείριση κοινοτικών πόρων και τη θεσμική λογοδοσία.
Τι αλλάζει στην αντιπολίτευση το 2026;
Η εμφάνιση νέων σχηματισμών, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με νέο κόμμα και η είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην κομματική πολιτική έχουν αυξήσει τον κατακερματισμό και έχουν δημιουργήσει νέους ανταγωνισμούς στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Πηγές & τεκμηρίωση
Οι παρακάτω πηγές χρησιμοποιήθηκαν για την τεκμηρίωση των πραγματολογικών στοιχείων. Η ανάλυση και τα συμπεράσματα του άρθρου είναι πρωτότυπη δημοσιογραφική σύνθεση του Μ24. Τελευταίος έλεγχος πηγών: 19 Αυγούστου 2026.
- Ελληνική Κυβέρνηση — Σύνθεση της Κυβέρνησης.
- Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας — Συνέντευξη 11/06/2026 και αναφορά σε εκλογές την άνοιξη του 2027.
- ERTnews — Πολιτική αντιπαράθεση για τη ΔΕΘ, 13/08/2026.
- European Public Prosecutor’s Office — Έρευνα για αγροτικές επιδοτήσεις, 16/07/2026.
- European Public Prosecutor’s Office — 57 καταδίκες σε υπόθεση αγροτικών επιδοτήσεων, 08/07/2026.
- Βουλή των Ελλήνων — Διαδικασία Συνταγματικής Αναθεώρησης, ψηφοφορία 27/07/2026.
- ERTnews — Πρώτη ψηφοφορία Συνταγματικής Αναθεώρησης, 27/07/2026.
- ΕΛΣΤΑΤ — Πληθωρισμός Ιουλίου 2026, ανεργία Ιουνίου 2026 και βασικοί οικονομικοί δείκτες.
- Eurostat — Flash estimate πληθωρισμού Ιουλίου 2026.
- Reuters — Επιστροφή Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό σχηματισμό, 27/05/2026.
- Reuters — Μαρία Καρυστιανού, νέα πολιτική κίνηση και εξελίξεις γύρω από την υπόθεση των Τεμπών, 22/05/2026.
- ERTnews — Δημοσκόπηση Marc για τους πολιτικούς συσχετισμούς, 26/07/2026.
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή — 2026 Rule of Law Report.
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Έκθεση 2026 για το κράτος δικαίου και κεφάλαιο Ελλάδας.
- Wikimedia Commons — Hellenic Parliament at Athens, φωτογραφία Dimorsitanos • Άδεια CC BY-SA 3.0.