Ελληνικό Κοινοβούλιο στην Αθήνα – θεσμοί, Δημοκρατία και κράτος δικαίου στην Ελλάδα

Γνώμη του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΚΡΙΤΑ | Μ24

Μια χώρα μπορεί να έχει Σύνταγμα, νόμους, δικαστήρια, ανεξάρτητες αρχές, ψηφιακές πλατφόρμες και δεκάδες μεταρρυθμίσεις. Αν όμως ο πολίτης αρχίσει να πιστεύει ότι όλα αυτά λειτουργούν αργά, άνισα ή μακριά από τη δική του πραγματικότητα, τότε το πρόβλημα δεν είναι πια τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό και, τελικά, δημοκρατικό.

Η Ελλάδα του 2026 δεν στερείται κανόνων. Δεν στερείται θεσμών. Δεν στερείται νομοθετικών πρωτοβουλιών. Αυτό που κινδυνεύει να χάσει —και αυτό είναι πολύ δυσκολότερο να ξανακερδηθεί— είναι η εμπιστοσύνη.

Η εμπιστοσύνη ότι ο νόμος ισχύει το ίδιο για τον ισχυρό και τον αδύναμο. Ότι μια δικαστική απόφαση θα έρθει όταν έχει ακόμη νόημα. Ότι μια δημόσια υπηρεσία θα υπηρετήσει τον πολίτη και δεν θα τον εξαντλήσει. Ότι μια ανεξάρτητη αρχή είναι πράγματι ανεξάρτητη. Ότι η ενημέρωση δεν είναι προϊόν συναλλαγής. Ότι η πολιτική εξουσία ελέγχεται και δεν αρκείται να ελέγχει.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα από τα μεγάλα αθέατα προβλήματα της χώρας: η Ελλάδα δεν έχει τόσο έλλειμμα νόμων όσο έλλειμμα εμπιστοσύνης στην εφαρμογή τους.

Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να υπάρχει — πρέπει να φτάνει εγκαίρως

Υπάρχει μια παλιά φράση που λέει ότι η Δικαιοσύνη που καθυστερεί είναι Δικαιοσύνη που αρνείται να αποδοθεί. Δεν χρειάζεται να την πάρουμε κυριολεκτικά για να καταλάβουμε την ουσία της.

Για έναν πολίτη που περιμένει χρόνια να κλείσει μια υπόθεση, για μια οικογένεια που βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια κληρονομική διαφορά, για έναν επαγγελματία που δεν γνωρίζει πότε θα λυθεί μια εμπορική διαφορά, ο χρόνος δεν είναι μια υποσημείωση στη διαδικασία. Είναι μέρος της ίδιας της απόφασης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην αξιολόγησή της για την Ελλάδα το 2026, αναγνωρίζει ότι έχουν γίνει αλλαγές για την επιτάχυνση των διαδικασιών: τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ηλεκτρονικές πλατφόρμες, πιλοτική ψηφιοποίηση φακέλων και προσπάθειες περιορισμού των καθυστερήσεων. Ταυτόχρονα όμως καταγράφει ότι οι δικαστικές διαδικασίες εξακολουθούν να είναι μακρές και ότι η ψηφιοποίηση παραμένει ανεπαρκής ή άνιση σε τμήματα του συστήματος.

Αυτή η διπλή εικόνα είναι σημαντική. Γιατί η σοβαρή κριτική δεν λέει ότι «δεν γίνεται τίποτα». Λέει κάτι δυσκολότερο: γίνονται πράγματα, αλλά ο πολίτης θα κρίνει το αποτέλεσμα και όχι το δελτίο Τύπου.

Η ταχύτητα της Δικαιοσύνης δεν είναι υπόθεση μόνο των δικαστών και των δικηγόρων. Είναι οικονομία. Είναι επενδύσεις. Είναι οικογένεια. Είναι ιδιοκτησία. Είναι εργασία. Είναι η αίσθηση ότι όταν αδικηθείς υπάρχει ένα κράτος που μπορεί να σε ακούσει πριν η ίδια η ζωή ξεπεράσει την υπόθεσή σου.

Το κράτος δικαίου δεν είναι σύνθημα για τις Βρυξέλλες

Πολλές φορές στην Ελλάδα μιλάμε για το «κράτος δικαίου» σαν να πρόκειται για μια αφηρημένη ευρωπαϊκή έννοια, ένα θέμα που αφορά εκθέσεις, ευρωβουλευτές και θεσμικές αντιπαραθέσεις.

Δεν είναι έτσι.

Κράτος δικαίου είναι να γνωρίζει ο πολίτης ότι η διοίκηση δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα. Ότι ο δημοσιογράφος μπορεί να ερευνά χωρίς να φοβάται. Ότι η εξουσία υπόκειται σε έλεγχο. Ότι η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται ανάλογα με το όνομα του εμπλεκομένου. Ότι οι ανεξάρτητες αρχές δεν υπάρχουν για διακόσμηση. Ότι ο δικαστής μπορεί να κάνει τη δουλειά του χωρίς πίεση. Ότι η μειοψηφία έχει δικαιώματα ακόμη και όταν η πλειοψηφία ενοχλείται από αυτά.

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου το 2026 εξετάζει ακριβώς τέσσερις μεγάλους πυλώνες: Δικαιοσύνη, καταπολέμηση της διαφθοράς, ελευθερία και πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης και θεσμικά αντίβαρα.

Αυτά δεν είναι τέσσερα ξεχωριστά κουτάκια. Είναι ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων. Αν ο ένας πυλώνας αδυνατίσει, οι υπόλοιποι πιέζονται. Αν ο έλεγχος της εξουσίας υποχωρεί, αν η ενημέρωση χάνει την ανεξαρτησία της ή αν η Δικαιοσύνη καθυστερεί υπερβολικά, η ζημιά δεν μένει σε έναν θεσμό. Μεταφέρεται στην εμπιστοσύνη ολόκληρης της κοινωνίας.

Η μεγαλύτερη ήττα είναι ο πολίτης που λέει «δεν αλλάζει τίποτα»

Υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από την οργή: η παραίτηση.

Ο θυμωμένος πολίτης ακόμη απαιτεί. Διαμαρτύρεται, ψηφίζει, γράφει, προσφεύγει, διεκδικεί. Ο παραιτημένος πολίτης έχει ήδη αποσυνδεθεί. Πιστεύει ότι «όλοι ίδιοι είναι», ότι «άκρη δεν θα βγάλεις», ότι «αν δεν έχεις γνωστό δεν γίνεται τίποτα», ότι «ο νόμος είναι για τους μικρούς».

Μπορεί πολλές από αυτές τις γενικεύσεις να είναι άδικες. Μπορεί χιλιάδες δημόσιοι λειτουργοί, δικαστές, αστυνομικοί, υπάλληλοι, ελεγκτές και δημοσιογράφοι να κάνουν καθημερινά τη δουλειά τους με αξιοπρέπεια. Και πράγματι την κάνουν.

Αλλά η εμπιστοσύνη δεν λειτουργεί με μέσο όρο. Ένα μεγάλο σκάνδαλο, μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μια υπόθεση που φαίνεται να αντιμετωπίζεται διαφορετικά επειδή αφορά ισχυρούς, μια δημόσια υπηρεσία που ταλαιπωρεί τον πολίτη χωρίς εξήγηση, μπορούν να ακυρώσουν στη συνείδηση της κοινωνίας εκατοντάδες μικρές σωστές πράξεις.

Γι’ αυτό και η αξιοπιστία των θεσμών είναι τόσο δύσκολο κεφάλαιο. Χτίζεται αργά και γκρεμίζεται γρήγορα.

«Η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν παραβιάζεται ένας νόμος. Φθείρεται και όταν ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι ο νόμος αξίζει να τον προστατεύσει.»

Δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή νίκη — χρειάζεται μετρήσιμο αποτέλεσμα

Οι κυβερνήσεις, όλες οι κυβερνήσεις, αγαπούν τις μεταρρυθμίσεις που μπορούν να ανακοινωθούν. Νέα πλατφόρμα. Νέος νόμος. Νέο πληροφοριακό σύστημα. Νέα επιτροπή. Νέο σχέδιο δράσης.

Ο πολίτης όμως δεν ζει μέσα στην ανακοίνωση. Ζει μετά από αυτήν.

Δεν τον ενδιαφέρει πόσες σελίδες έχει ο νέος νόμος. Τον ενδιαφέρει αν θα εφαρμοστεί. Δεν τον ενδιαφέρει πόσα εκατομμύρια κόστισε η ψηφιοποίηση. Τον ενδιαφέρει αν θα πάψει να κουβαλάει χαρτιά από υπηρεσία σε υπηρεσία. Δεν τον ενδιαφέρει πόσο φιλόδοξος είναι ο στόχος για ταχύτερη Δικαιοσύνη. Τον ενδιαφέρει αν η δική του υπόθεση θα τελειώσει σε λογικό χρόνο.

Εδώ χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, μια αλλαγή νοοτροπίας: λιγότερη νομοθετική αυτοϊκανοποίηση και περισσότερη δημόσια λογοδοσία για το αποτέλεσμα.

Πόσο μειώθηκε πραγματικά ο χρόνος εκδίκασης; Πόσες διαδικασίες έγιναν πλήρως ψηφιακές και όχι απλώς «ηλεκτρονικές στην είσοδο, χειρόγραφες στο βάθος»; Πόσες υποθέσεις διαφθοράς έφτασαν σε τελεσίδικη κρίση; Πόσο γρήγορα ανταποκρίνονται οι ανεξάρτητες αρχές; Πόσο εύκολα μπορεί ο πολίτης να δει τι αποφασίστηκε, γιατί αποφασίστηκε και ποιος έχει την ευθύνη;

Αυτές είναι οι ερωτήσεις που μετατρέπουν τη μεταρρύθμιση από πολιτικό σύνθημα σε θεσμικό αποτέλεσμα.

Η ανεξαρτησία των θεσμών κρίνεται όταν ενοχλούν

Όλοι αγαπούν τους ανεξάρτητους θεσμούς όταν οι αποφάσεις τους συμφωνούν με τις δικές τους απόψεις.

Η πραγματική δοκιμασία έρχεται όταν ένας θεσμός ενοχλεί την κυβέρνηση, ένα κόμμα, έναν επιχειρηματία, ένα μέσο ενημέρωσης ή ακόμη και τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης.

Τότε φαίνεται αν πιστεύουμε πράγματι στη θεσμική ανεξαρτησία ή αν την αντιμετωπίζουμε ως χρήσιμη μόνο όταν επιβεβαιώνει τη δική μας πλευρά.

Σε μια ώριμη Δημοκρατία, ο έλεγχος δεν είναι εχθρική πράξη. Είναι υπηρεσία προς το ίδιο το πολίτευμα. Ούτε η κυβέρνηση πρέπει να θεωρεί κάθε κριτική υπονόμευση, ούτε η αντιπολίτευση κάθε θεσμική απόφαση συγκάλυψη. Η μόνιμη κομματική ερμηνεία των πάντων τελικά καταστρέφει εκείνο που όλες οι πλευρές υποτίθεται ότι θέλουν να προστατεύσουν: την αξιοπιστία των θεσμών.

Και τα μέσα ενημέρωσης είναι μέρος της εξίσωσης

Δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά για Δημοκρατία και εμπιστοσύνη αφήνοντας απέξω την ενημέρωση.

Ο πολίτης δεν μπορεί να ελέγξει μόνος του κάθε κρατική απόφαση, κάθε δημόσια σύμβαση, κάθε δικαστική εξέλιξη, κάθε οικονομικό στοιχείο. Χρειάζεται δημοσιογραφία που να ελέγχει, να διασταυρώνει, να διορθώνει και να ξεχωρίζει το γεγονός από την άποψη.

Και εδώ η ευθύνη δεν είναι μόνο του κράτους. Είναι και δική μας, των ανθρώπων που δημοσιεύουμε. Η ανεξαρτησία των μέσων δεν εξασφαλίζεται με μεγάλα λόγια. Εξασφαλίζεται όταν η είδηση δεν αλλάζει επειδή αλλάζει ο άνθρωπος που αφορά. Όταν η διόρθωση γίνεται δημόσια. Όταν η πηγή αναφέρεται. Όταν η άποψη υπογράφεται. Όταν η δημοσιογραφία δεν παριστάνει τον εισαγγελέα, αλλά ούτε και τον εκπρόσωπο Τύπου της εξουσίας.

Η εμπιστοσύνη στην ενημέρωση, όπως και στη Δικαιοσύνη, κερδίζεται μόνο με συνέπεια.

Το πραγματικό στοίχημα για την Ελλάδα του 2026

Η Ελλάδα έχει μπροστά της μεγάλες οικονομικές, γεωπολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις. Ανάπτυξη, επενδύσεις, τεχνητή νοημοσύνη, άμυνα, δημογραφικό, ακρίβεια, στέγαση, ενεργειακή ασφάλεια.

Όλα αυτά είναι σημαντικά.

Αλλά υπάρχει κάτι που βρίσκεται κάτω από όλα: αν ο πολίτης εμπιστεύεται το κράτος που θα κληθεί να τα διαχειριστεί.

Χωρίς εμπιστοσύνη, ακόμη και μια σωστή μεταρρύθμιση αντιμετωπίζεται ως τέχνασμα. Μια αναγκαία απόφαση θεωρείται ύποπτη. Μια δύσκολη εθνική επιλογή μετατρέπεται σε θεωρία συνωμοσίας. Ένα πραγματικό λάθος γίνεται απόδειξη ότι «όλα είναι στημένα».

Και τότε η χώρα μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο: οι θεσμοί δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, οι πολίτες απομακρύνονται, η δημόσια συζήτηση γίνεται πιο τοξική και η πολιτική απαντά με ακόμη περισσότερη επικοινωνία αντί για περισσότερη λογοδοσία.

Η δική μου θέση: η επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση πρέπει να είναι η αξιοπιστία

Δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα χωρίς θεσμούς. Ούτε ότι τίποτα δεν λειτουργεί. Αυτή η ισοπεδωτική αντίληψη αδικεί όσους υπηρετούν καθημερινά το κράτος με σοβαρότητα και ακυρώνει πραγματικές μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει.

Πιστεύω όμως ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου δεν αρκεί να βελτιώνουμε τους μηχανισμούς. Πρέπει να ξαναχτίσουμε τη σχέση του πολίτη με αυτούς.

Η επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση δεν χρειάζεται να έχει εντυπωσιακό όνομα. Μπορεί να λέγεται απλώς αξιοπιστία.

Να ξέρεις πότε θα δικαστεί η υπόθεσή σου. Να μπορείς να παρακολουθείς την πορεία της. Να λαμβάνεις απάντηση από το Δημόσιο. Να γνωρίζεις ποιος πήρε μια απόφαση και με ποια στοιχεία. Να βλέπεις ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν και απέναντι στους ισχυρούς. Να εμπιστεύεσαι ότι τα προσωπικά σου δεδομένα δεν είναι εργαλείο εξουσίας. Να βλέπεις τη διόρθωση ενός λάθους, όχι την απόκρυψή του.

Αυτά μπορεί να ακούγονται λιγότερο θεαματικά από μια μεγάλη πολιτική εξαγγελία. Είναι όμως πολύ πιο σημαντικά.

Γιατί τελικά η ποιότητα μιας Δημοκρατίας δεν μετριέται από το πόσους νόμους ψηφίζει. Μετριέται από το πόσο ασφαλής αισθάνεται ο πολίτης όταν χρειάζεται να στηριχθεί σε αυτούς.

Και αν υπάρχει ένα στοίχημα που αξίζει να κερδίσει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, είναι αυτό: να μετατρέψει τους θεσμούς από κάτι που ο πολίτης απλώς υποχρεώνεται να αποδέχεται, σε κάτι που έχει λόγο να εμπιστεύεται.


Πηγές / Τεκμηρίωση