Φωτιές στην Ελλάδα: όταν το ρεύμα γίνεται σπίθα — το δίκτυο στο μικροσκόπιο και το κόστος που πληρώνουμε όλοι

Νέα στοιχεία επαναφέρουν στο επίκεντρο την ασφάλεια των ηλεκτρικών δικτύων. Τι δείχνουν οι έρευνες, τι απαντά ο ΔΕΔΔΗΕ και γιατί η χώρα χρειάζεται πρόληψη πριν από την επόμενη σπίθα.

Δορυφορική εικόνα μεγάλης πυρκαγιάς στην Αττική
Δορυφορική εικόνα μεγάλης πυρκαγιάς στην Αττική. © European Union, Copernicus Sentinel-2 imagery — Wikimedia Commons / στοιχεία άδειας.

Κάθε καλοκαίρι η Ελλάδα μετρά καμένα δάση, σπίτια, επιχειρήσεις, εκκενώσεις και ανθρώπινες απώλειες. Και κάθε φορά, όταν οι φλόγες σβήσουν, αρχίζει η ίδια συζήτηση: ποιος έφταιξε; Η κλιματική κρίση; Η ακραία ξηρασία; Η ανθρώπινη αμέλεια; Ο εμπρησμός; Ή μήπως υποδομές που δεν άντεξαν εκεί που έπρεπε να αντέξουν;

Το 2026 η συζήτηση αυτή αποκτά νέα ένταση. Έρευνα του Reuters, δημοσιευμένη στις 18 Αυγούστου, έφερε στο φως στοιχεία που συνδέουν συγκεκριμένες πυρκαγιές με ηλεκτρικά δίκτυα και επαναφέρουν το ζήτημα της συντήρησης, της πρόληψης και της ευθύνης στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης.

Σύμφωνα με το Reuters, εβδομάδες πριν από μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στα τέλη Ιουλίου σε δίκτυο ιδιωτικού αιολικού πάρκου στη νότια Ελλάδα, είχε προηγηθεί μικρότερη φωτιά στην ίδια ευρύτερη περιοχή. Εμπιστευτική έκθεση της Πυροσβεστικής, την οποία επικαλείται το πρακτορείο, απέδιδε εκείνο το περιστατικό πιθανότατα σε βραχυκύκλωμα και μιλούσε για σοβαρή ένδειξη επαναλαμβανόμενων προβλημάτων στο συγκεκριμένο δίκτυο.

Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι κάθε πυρκαγιά ξεκινά από καλώδια. Σημαίνει όμως κάτι εξίσου κρίσιμο: ότι σε μια χώρα με ολοένα μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας, υψηλές θερμοκρασίες και ισχυρούς ανέμους, ένα τεχνικό πρόβλημα που παλιότερα μπορεί να προκαλούσε μόνο διακοπή ρεύματος μπορεί σήμερα να εξελιχθεί σε καταστροφή.

Η εξίσωση έχει αλλάξει

Η φωτιά χρειάζεται τρία πράγματα: καύσιμη ύλη, οξυγόνο και πηγή ανάφλεξης. Το ελληνικό καλοκαίρι προσφέρει πλέον τις δύο πρώτες προϋποθέσεις με τρομακτική ευκολία. Η ξερή βλάστηση, οι παρατεταμένοι καύσωνες και οι θυελλώδεις άνεμοι μετατρέπουν μία μικρή σπίθα σε μέτωπο που μπορεί να διανύσει χιλιόμετρα μέσα σε λίγες ώρες.

Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιος έβαλε τη φωτιά;». Είναι και «ποιοι κίνδυνοι ήταν γνωστοί και τι έγινε για να αποτραπούν;».

Το Reuters σημειώνει ότι τα ηλεκτρικά δίκτυα στην Ελλάδα έχουν βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο ερευνών για μεγάλες πυρκαγιές, ενώ το δημόσιο δίκτυο κουβαλά το βάρος δεκαετιών και μιας μακράς περιόδου περιορισμένων επενδύσεων κατά την οικονομική κρίση. Την ίδια στιγμή, ο ΔΕΔΔΗΕ έχει αυξήσει τις επενδύσεις του και προχωρά σε υπογειοποιήσεις και εκσυγχρονισμό τμημάτων του δικτύου.

Η εικόνα, λοιπόν, δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Υπάρχει ένα τεράστιο δίκτυο εκατοντάδων χιλιάδων χιλιομέτρων, υπάρχουν δημόσιες και ιδιωτικές γραμμές, υπάρχει πραγματική προσπάθεια εκσυγχρονισμού, αλλά υπάρχει και ένα περιβάλλον κινδύνου πολύ σκληρότερο από εκείνο για το οποίο σχεδιάστηκε μεγάλο μέρος της παλιάς υποδομής.

Τι απαντά ο ΔΕΔΔΗΕ

Η άλλη πλευρά της συζήτησης πρέπει να ακουστεί καθαρά. Σε επίσημη ανακοίνωσή του στις 31 Ιουλίου 2026, ο ΔΕΔΔΗΕ απέρριψε ως αυθαίρετες δημόσιες αναφορές που αποδίδουν πυρκαγιές στο ηλεκτρικό δίκτυο χωρίς αποδεικτικά στοιχεία.

Ο Διαχειριστής επικαλέστηκε στοιχεία του Ενιαίου Συντονιστικού Κέντρου Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων, σύμφωνα με τα οποία για το 2025 το ποσοστό των περιστατικών πυρκαγιάς που αποδόθηκαν πράγματι στο δίκτυο ηλεκτροδότησης ήταν περίπου 1%. Δήλωσε επίσης ότι συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές και ζήτησε δημόσια συζήτηση με τεκμηρίωση.

Αυτή η θέση δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση χρειάζεται πραγματικά δεδομένα ανά περιστατικό, δημοσιοποίηση των πορισμάτων όταν ολοκληρώνονται και καθαρή διάκριση ανάμεσα σε δημόσια δίκτυα, ιδιωτικά δίκτυα, εμπρησμούς, αμέλεια και φυσικά αίτια.

Το πρόβλημα δεν λύνεται με έναν «ένοχο»

Το να βρεθεί ένας εύκολος ένοχος μετά από κάθε καταστροφή είναι πολιτικά βολικό και επιχειρησιακά άχρηστο. Αν η αιτία είναι ηλεκτρική βλάβη, πρέπει να ξέρουμε ποια βλάβη, σε ποιο δίκτυο, ποιος είχε την ευθύνη συντήρησης και αν υπήρχαν προηγούμενες προειδοποιήσεις. Αν είναι εμπρησμός, χρειάζεται αστυνομική και δικαστική διερεύνηση. Αν είναι αμέλεια, πρέπει να αποδίδεται ευθύνη. Αν το πρόβλημα είναι η καύσιμη ύλη, τότε πρέπει να μιλήσουμε για καθαρισμούς, δασική διαχείριση και ζώνες προστασίας.

Η πρόληψη δεν είναι μία υπηρεσία. Είναι αλυσίδα. Και μια αλυσίδα σπάει στον πιο αδύναμο κρίκο της.

Τι πρέπει να αλλάξει τώρα

Πρώτον, χαρτογράφηση των γραμμών υψηλού κινδύνου. Όχι γενικά και αόριστα. Χρειάζεται κατάταξη τμημάτων δικτύου με βάση ιστορικό βλαβών, πυκνότητα βλάστησης, ανέμους, πρόσβαση πυροσβεστικών δυνάμεων και πιθανές συνέπειες μιας αστοχίας.

Δεύτερον, ταχύτερη υπογειοποίηση εκεί όπου ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Η υπογειοποίηση δεν μπορεί να γίνει παντού και δεν είναι φθηνή. Αλλά σε ζώνες επαναλαμβανόμενων πυρκαγιών μπορεί να είναι επένδυση πρόληψης και όχι απλώς έργο ηλεκτροδότησης.

Τρίτον, διαφανής δημοσίευση πορισμάτων. Όταν μια μεγάλη πυρκαγιά διερευνάται, η κοινωνία χρειάζεται να γνωρίζει το τελικό συμπέρασμα. Όχι φήμες, όχι διαρροές, όχι πολιτικές ερμηνείες. Πόρισμα, αιτία, ευθύνη, διορθωτικό μέτρο.

Τέταρτον, αυστηρός έλεγχος και των ιδιωτικών δικτύων. Η ενεργειακή μετάβαση σημαίνει περισσότερες εγκαταστάσεις ΑΠΕ, περισσότερες ιδιωτικές υποδομές και περισσότερα σημεία σύνδεσης. Η πράσινη ενέργεια δεν μπορεί να συνοδεύεται από γκρίζες ζώνες ως προς τη συντήρηση και την ευθύνη.

Πέμπτον, σύνδεση Πολιτικής Προστασίας και διαχειριστών δικτύου σε πραγματικό χρόνο. Σε ημέρες ακραίου κινδύνου, τα δεδομένα για ανέμους, θερμοκρασίες, βλάστηση, βλάβες και φορτία πρέπει να λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης.

Το πραγματικό κόστος δεν είναι μόνο οικονομικό

Όταν καίγεται ένα σπίτι, δεν χάνεται μόνο ένα ακίνητο. Χάνεται η μνήμη μιας οικογένειας. Όταν καίγεται ένα δάσος, δεν χάνεται μόνο πράσινο. Χάνεται έδαφος, νερό, βιοποικιλότητα, τουριστική αξία, γεωργική παραγωγή και προστασία από πλημμύρες. Όταν εκκενώνεται μια περιοχή, η κοινωνία πληρώνει κόστος που δεν χωρά σε έναν προϋπολογισμό.

Η Πολιτική Προστασία ανακοίνωσε στις αρχές Αυγούστου νέο πλαίσιο κρατικής αρωγής και αποκατάστασης για πληγείσες περιοχές. Η αποζημίωση είναι αναγκαία. Αλλά η πιο φθηνή αποζημίωση είναι η καταστροφή που δεν έγινε ποτέ.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε καλοκαίρι σαν να είναι η πρώτη φορά. Δεν μπορεί να περιμένει τη φωτιά για να ανακαλύψει πού ήταν το αδύναμο σημείο. Και δεν μπορεί να αφήνει την ευθύνη να χάνεται μέσα σε μια δημόσια σύγκρουση ανάμεσα σε φορείς, εργολάβους, ιδιώτες και τοπικές αρχές.

Το Μ24 δεν υιοθετεί εύκολες ενοχές. Υιοθετεί όμως μια αυστηρή αρχή: όταν ο κίνδυνος είναι γνωστός, η πρόληψη είναι ευθύνη.

Οι φωτιές του 2026 δεν πρέπει να μείνουν μόνο ως ακόμη ένα μαύρο καλοκαίρι στη συλλογική μνήμη. Πρέπει να γίνουν αφορμή για μια εθνική επανεκκίνηση στην πρόληψη: δίκτυα που αντέχουν, υποδομές που ελέγχονται, δάση που διαχειρίζονται, πορίσματα που δημοσιοποιούνται και ευθύνες που δεν εξαφανίζονται όταν σβήνουν οι κάμερες.

Γιατί η επόμενη σπίθα μπορεί να είναι μικρή. Αυτό που θα κρίνει την καταστροφή είναι το πόσο έτοιμη θα είναι η χώρα όταν εμφανιστεί.


Πηγές:
Reuters — 18/08/2026
ΔΕΔΔΗΕ — 31/07/2026
Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας — 05/08/2026